ανάγνωση σε: 11 λεπτά
Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ αναδεικνύει την απόσταση της Ελλάδας από τον διεθνή μέσο όρο. Η περιορισμένη συμμετοχή των γυναικών, οι δυσκολίες επαγγελματικής ένταξης των νέων και οι 46.368 κενές θέσεις εργασίας φανερώνουν τις αντιφάσεις μιας αγοράς που εξακολουθεί να αναζητά ανθρώπινο δυναμικό.
Μια επιχείρηση δυσκολεύεται να καλύψει μια θέση εργασίας. Την ίδια περίοδο, σημαντικό μέρος του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας στην Ελλάδα παραμένει εκτός απασχόλησης. Οι δύο εικόνες συνυπάρχουν, παρά τη σημαντική υποχώρηση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια.
Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο ΟΟΣΑ στις 15 Οκτωβρίου 2026 προσφέρουν μια διαφορετική ανάγνωση της ελληνικής αγοράς εργασίας. Το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 65,5% το δεύτερο τρίμηνο του έτους, για τις ηλικίες 15 έως 64 ετών, έναντι 70,4% στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ.
Η απόσταση των 4,9 ποσοστιαίων μονάδων αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν συνδυάζεται με την εικόνα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ίδιο τρίμηνο καταγράφηκαν 46.368 κενές θέσεις εργασίας, αυξημένες κατά 19,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Οι επιχειρηματικές ανάγκες για προσωπικό δεν μετατρέπονται πάντοτε σε νέες προσλήψεις, ακόμη και όταν υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν εργασία ή θα μπορούσαν, υπό διαφορετικές συνθήκες, να ενταχθούν στην απασχόληση.
Πόσοι πραγματικά βρίσκονται εκτός απασχόλησης;
Το 65,5% σημαίνει ότι περίπου 65 στους 100 κατοίκους ηλικίας 15 έως 64 ετών εργάζονται. Το υπόλοιπο 34,5% δεν αποτελεί έναν ενιαίο πληθυσμό ανέργων.
Στην κατηγορία όσων δεν εργάζονται περιλαμβάνονται άνεργοι που αναζητούν και είναι διαθέσιμοι για εργασία, αλλά και οικονομικά μη ενεργοί άνθρωποι. Ανάμεσά τους βρίσκονται φοιτητές, άτομα με οικογενειακές υποχρεώσεις, άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και άλλοι που δεν συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό.
Η διάκριση έχει ουσιαστική οικονομική σημασία. Ένας άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται εκτός απασχόλησης χωρίς να μπορεί να αναλάβει άμεσα μια διαθέσιμη θέση.
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε το δεύτερο τρίμηνο του 2026 περίπου 4,41 εκατομμύρια απασχολουμένους και 379.670 ανέργους, με το ποσοστό ανεργίας στο 7,9%. Η βελτίωση είναι σημαντική, αλλά η πορεία της ανεργίας δεν αποτυπώνει από μόνη της όλες τις δυνατότητες συμμετοχής στην αγορά εργασίας.
Η ουσιαστική πρόκληση αφορά πλέον και τους ανθρώπους που παραμένουν εκτός εργατικού δυναμικού, όχι αποκλειστικά εκείνους που αναζητούν ήδη εργασία.
Οι γυναίκες και τα εμπόδια που περιορίζουν την απασχόληση
Στις γυναίκες ηλικίας 15 έως 64 ετών, το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε περίπου στο 57,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με τη σχετική σειρά του ΟΟΣΑ.
Παρά τη βελτίωση που έχει σημειωθεί, η συμμετοχή τους παραμένει αισθητά χαμηλότερη από το συνολικό ποσοστό της χώρας.
Η διαφορά συνδέεται και με πραγματικές δυσκολίες της καθημερινότητας. Η πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας παιδιών, οι υποχρεώσεις απέναντι σε εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας και η δυνατότητα συνδυασμού επαγγελματικού και οικογενειακού προγράμματος επηρεάζουν την απόφαση ανάληψης εργασίας.
Οι περιορισμοί αυτοί αναγνωρίζονται στις οικονομικές αξιολογήσεις του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα.
Μια εργαζόμενη που δεν έχει εξασφαλίσει τη φροντίδα του παιδιού της ενδέχεται να μην μπορεί να αποδεχθεί μια θέση πλήρους απασχόλησης, ακόμη και εάν διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα. Αντίστοιχες δυσκολίες αντιμετωπίζουν άνθρωποι με ευθύνες φροντίδας ηλικιωμένων ή άλλων συγγενικών προσώπων.
Το πρόβλημα επηρεάζει και τις επιχειρήσεις. Η διαθεσιμότητα προσωπικού εξαρτάται σε ορισμένες περιπτώσεις από το κατά πόσο το προσφερόμενο ωράριο και οι συνθήκες απασχόλησης μπορούν να συνδυαστούν με την καθημερινότητα των υποψηφίων.
Η ενίσχυση των δομών φροντίδας και η καλύτερη οργάνωση του χρόνου εργασίας, όπου είναι λειτουργικά εφικτή, μπορούν να διευρύνουν τις δυνατότητες συμμετοχής.
Οι νέοι που ολοκληρώνουν τις σπουδές αλλά δυσκολεύονται να εργαστούν
Η επαγγελματική ένταξη των νέων αποτελεί μια άλλη πλευρά της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 13,6% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ελλάδα δεν εργαζόταν και δεν συμμετείχε σε εκπαίδευση ή κατάρτιση. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 11%.
Η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη από το 2015, όταν το ελληνικό ποσοστό έφτανε στο 24,1%. Παραμένει, ωστόσο, ένα σημαντικό περιθώριο βελτίωσης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία για όσους έχουν ολοκληρώσει πρόσφατα την εκπαίδευσή τους.
Το 2025 εργαζόταν μόλις το 62,4% των πρόσφατων αποφοίτων ηλικίας 20 έως 34 ετών στην Ελλάδα, έναντι 83% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά φτάνει τις 20,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Η συγκεκριμένη επίδοση παρουσιάζει και μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση ανά φύλο. Στην Ελλάδα, το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων γυναικών ήταν 68,6%, έναντι 56,8% των ανδρών.
Η εικόνα αυτή διαφέρει από εκείνη που εμφανίζεται στο σύνολο της γυναικείας απασχόλησης. Υποδηλώνει ότι η επαγγελματική ένταξη επηρεάζεται διαφορετικά από την ηλικία, το επίπεδο εκπαίδευσης και το στάδιο της εργασιακής ζωής.
Για τις επιχειρήσεις προκύπτει ένα πρακτικό ζήτημα. Πολλές θέσεις απαιτούν συγκεκριμένη εμπειρία, την οποία ένας νέος απόφοιτος δεν έχει ακόμη αποκτήσει. Η δυνατότητα εκπαίδευσης μέσα στην επιχείρηση και η καλύτερη σύνδεση των προγραμμάτων κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες μπορούν να διευκολύνουν την πρώτη πρόσληψη.
Οι κενές θέσεις και η δυσκολία εύρεσης κατάλληλου προσωπικού
Οι 46.368 κενές θέσεις εργασίας που κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ το δεύτερο τρίμηνο του 2026 ήταν περισσότερες από τις 38.834 του αντίστοιχου τριμήνου του 2025.
Η αύξηση αυτή επιβεβαιώνει την ύπαρξη αναγκών πρόσληψης, χωρίς να σημαίνει ότι όλοι οι κλάδοι αντιμετωπίζουν την ίδια δυσκολία στελέχωσης.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας στην Ελλάδα ήταν 1,8% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 2%. Είχε αυξηθεί σε ετήσια βάση, αλλά είχε υποχωρήσει σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του έτους.
Η συνολική εικόνα επομένως δεν δικαιολογεί γενικεύσεις περί καθολικής έλλειψης προσωπικού. Οι ανάγκες διαφέρουν ανά ειδικότητα, περιοχή και δραστηριότητα.
Μια θέση σε τουριστική επιχείρηση νησιωτικής περιοχής δεν μπορεί πάντοτε να καλυφθεί από έναν άνεργο που κατοικεί σε άλλη περιφέρεια. Το κόστος διαμονής, οι μετακινήσεις και η εποχικότητα αποτελούν πραγματικούς παράγοντες που επηρεάζουν την αποδοχή μιας πρότασης εργασίας.
Αντίστοιχα, επιχειρήσεις με ανάγκη εξειδικευμένου προσωπικού ενδέχεται να μη βρίσκουν υποψηφίους με τις συγκεκριμένες τεχνικές γνώσεις ή την απαιτούμενη εμπειρία.
Οι προσφερόμενες αποδοχές, το ωράριο, οι συνθήκες εργασίας και οι δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης μπορούν επίσης να επηρεάζουν την προσέλκυση εργαζομένων.
Δεν υπάρχει ένας κοινός λόγος για τον οποίο κάθε θέση παραμένει κενή. Η απάντηση εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της θέσης και της αγοράς στην οποία αναζητεί προσωπικό η επιχείρηση.
Τι μπορεί να αλλάξει στη στελέχωση των επιχειρήσεων
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η επόμενη βελτίωση στην απασχόληση συνδέεται και με την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων που ήδη διαθέτει η οικονομία.
Για μια μικρομεσαία επιχείρηση, η αναζήτηση προσωπικού δεν εξαντλείται στη δημοσίευση μιας αγγελίας.
Χρειάζεται να εξετάζεται εάν τα ζητούμενα προσόντα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της θέσης, ποιες δεξιότητες μπορούν να αποκτηθούν με αρχική εκπαίδευση και κατά πόσο οι προσφερόμενοι όροι είναι ανταγωνιστικοί στην τοπική αγορά.
Μια επιχείρηση που αναζητά αποκλειστικά έμπειρους υποψηφίους ενδέχεται να περιορίζει σημαντικά τις επιλογές της, ακόμη και για εργασίες στις οποίες μέρος της τεχνογνωσίας μπορεί να αποκτηθεί μετά την πρόσληψη.
Παράλληλα, η δυνατότητα προβλέψιμου ωραρίου ή διαφορετικής οργάνωσης της απασχόλησης μπορεί, όπου το επιτρέπει η δραστηριότητα, να διευκολύνει ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή στην εργασία απαιτεί και ευρύτερες παρεμβάσεις στην εκπαίδευση, στις υπηρεσίες φροντίδας, στην επαγγελματική κατάρτιση και στη σύνδεση των διαθέσιμων δεξιοτήτων με τις ανάγκες των επιχειρήσεων.
Το 65,5% αποτυπώνει μια αγορά εργασίας που έχει σημειώσει πρόοδο, εξακολουθεί όμως να βρίσκεται χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Η διαφορά αυτή δεν καλύπτεται απλώς με περισσότερες διαθέσιμες θέσεις. Χρειάζονται και συνθήκες που επιτρέπουν σε περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν ουσιαστικά στην απασχόληση.
Για την ελληνική οικονομία, η καλύτερη αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή ανάπτυξης. Για τις επιχειρήσεις, προϋποθέτει μια πιο προσεκτική εξέταση του τρόπου με τον οποίο αναζητούν, επιλέγουν και διατηρούν τους εργαζομένους τους.
Πηγές – Τεκμηρίωση
- ΟΟΣΑ, Labour Market Situation – Updated October 2026, 15 Οκτωβρίου 2026.
- OECD Data Explorer, τριμηνιαία στοιχεία απασχόλησης και συμμετοχής στην αγορά εργασίας.
- ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, Β΄ τρίμηνο 2026.
- ΕΛΣΤΑΤ, Κενές Θέσεις Εργασίας, Β΄ τρίμηνο 2026.
- Eurostat, Job Vacancy Statistics, Β΄ τρίμηνο 2026.
- Eurostat, Fewer Young People Not in Work or Education in 2025, 28 Μαΐου 2026.
- Eurostat, Employment of Recent Graduates Reached 83% in 2025, 15 Ιουνίου 2026.
- ΟΟΣΑ, OECD Economic Surveys: Greece 2024.
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οικονομική αξιολόγηση της Ελλάδας, Ιούνιος 2026.