ανάγνωση σε: 21 λεπτά
Από τα δάνεια και τις οικογενειακές μεταφορές έως τις παλιές αποταμιεύσεις και τους κοινούς λογαριασμούς – Πότε μια τραπεζική πίστωση εξηγείται επαρκώς και πότε η φορολογική αρχή μπορεί να τη θεωρήσει προσαύξηση περιουσίας
Μια πίστωση 30.000 ευρώ εμφανίζεται σε τραπεζικό λογαριασμό. Δεν προκύπτει ευθέως από τα εισοδήματα της φορολογικής δήλωσης και ο έλεγχος ζητά εξηγήσεις.
Η απάντηση μπορεί να φαίνεται απλή. Τα χρήματα προήλθαν από συγγενή. Ήταν δάνειο. Ήταν παλιές αποταμιεύσεις. Είχαν αναληφθεί σε προηγούμενο χρόνο και κατατέθηκαν ξανά. Μεταφέρθηκαν από άλλο λογαριασμό.
Στην πράξη, εκεί ακριβώς αρχίζει η δύσκολη πλευρά ενός ελέγχου τραπεζικών πιστώσεων.
Η ταυτότητα του ανθρώπου που έστειλε τα χρήματα, η ύπαρξη ενός παλιού κεφαλαίου ή ακόμη και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό μπορεί να αποτελούν σημαντικά στοιχεία. Δεν εξηγούν όμως πάντοτε από μόνα τους το οικονομικό γεγονός που βρίσκεται πίσω από την πίστωση.
Αυτό που αναζητεί η φορολογική αρχή είναι η πραγματική πηγή και αιτία του ποσού: πώς δημιουργήθηκαν τα χρήματα, για ποιο λόγο καταβλήθηκαν στον ελεγχόμενο, αν η τραπεζική διαδρομή συμφωνεί με αυτή την εξήγηση και ποια φορολογική μεταχείριση αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο γεγονός.
Η πρόσφατη νομολογία έχει ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή τη λογική. Η γενική απόδειξη ότι ένας φορολογούμενος είχε οικονομική δυνατότητα ή παλιά διαθέσιμα δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με την απόδειξη ότι από εκεί προήλθαν οι συγκεκριμένες καταθέσεις που εξετάζει ο έλεγχος.
Αυτή η απόσταση, ανάμεσα στο «μπορούσα να έχω τα χρήματα» και στο «αποδεικνύω από πού προήλθαν αυτά τα χρήματα», βρίσκεται πλέον στον πυρήνα πολλών φορολογικών διαφορών.
Η πίστωση στον λογαριασμό δεν είναι από μόνη της φορολογητέο εισόδημα
Η τραπεζική κίνηση αποτελεί ελεγκτικό δεδομένο. Δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη αδήλωτου εισοδήματος.
Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος προβλέπει ότι προσαύξηση περιουσίας από παράνομη, αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία μπορεί να θεωρηθεί κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα. Εφόσον τελικά υπαχθεί σε αυτή την κατηγορία, φορολογείται με συντελεστή 33%.
Η διοικητική πρακτική έχει όμως θέσει ένα σαφές όριο στην εφαρμογή του κανόνα. Αν η πηγή ενός ποσού είναι γνωστή και αποδεικνύεται, η πίστωση δεν μετατρέπεται σε «άγνωστη προσαύξηση» απλώς επειδή εμφανίστηκε στον τραπεζικό λογαριασμό.
Ένα ποσό μπορεί να προέρχεται από πώληση περιουσιακού στοιχείου, δάνειο, εισόδημα από κεφάλαιο ή επαγγελματική συναλλαγή. Αν η πραγματική αιτία διαπιστωθεί, ακολουθεί η φορολογική αντιμετώπιση που αντιστοιχεί σε αυτήν.
Εδώ υπάρχει μία ουσιαστική λεπτομέρεια. Η απόδειξη γνωστής προέλευσης δεν καθιστά ένα ποσό αφορολόγητο.
Αν, για παράδειγμα, αποδειχθεί ότι μία τραπεζική πίστωση ήταν αμοιβή για υπηρεσία που δεν δηλώθηκε, η φορολογική αρχή δεν πρέπει να τη φορολογήσει ως άγνωστη προσαύξηση περιουσίας. Θα εξετάσει την πραγματική επιχειρηματική συναλλαγή και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις φόρου εισοδήματος και, όπου συντρέχει περίπτωση, ΦΠΑ.
Η σωστή ταυτοποίηση της πηγής αλλάζει τον φορολογικό χαρακτηρισμό. Δεν εξαφανίζει τη φορολογική υποχρέωση που τυχόν υπήρχε.
Γιατί το όνομα του αποστολέα δεν λύνει την υπόθεση
Ένα έμβασμα 20.000 ευρώ από τον Α στον Β αποδεικνύει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ο Α μετέφερε στον Β 20.000 ευρώ σε συγκεκριμένη ημερομηνία.
Δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλα στοιχεία, γιατί έγινε αυτή η μεταφορά.
Το ίδιο ποσό μπορεί να αφορά δάνειο, δωρεά, τίμημα πώλησης, επιστροφή παλιότερης οφειλής ή εξόφληση επαγγελματικής συναλλαγής.
Αυτή η διάκριση έχει ήδη αποτυπωθεί σε πρόσφατες αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Η έννοια της απόδειξης της πηγής και της αιτίας μιας πίστωσης δεν εξαντλείται στην ταυτοποίηση του φυσικού ή νομικού προσώπου που πραγματοποίησε την πληρωμή. Πρέπει να τεκμηριώνεται και ο λόγος για τον οποίο το ποσό μεταφέρθηκε.
Γι’ αυτό η τραπεζική απόδειξη είναι ένα κομμάτι της εικόνας, όχι ολόκληρη η εικόνα.
Η τεκμηρίωση γίνεται πολύ ισχυρότερη όταν τα στοιχεία μιας συναλλαγής συμφωνούν μεταξύ τους. Σε μια πώληση, για παράδειγμα, αναζητείται συνοχή ανάμεσα στο περιουσιακό στοιχείο, στον αγοραστή, στο συμφωνημένο τίμημα, στον χρόνο της μεταβίβασης και στην πληρωμή.
Ακριβώς αυτή η συμφωνία πραγματικών περιστατικών μπορεί να αποδείξει ακόμη και ότι μία πίστωση αποτελεί τίμημα πώλησης, όταν η φορολογική εικόνα που είχε αρχικά δηλωθεί δεν αποτύπωνε πλήρως την πραγματική συναλλαγή.
Δάνειο: η πραγματική εκταμίευση μετρά περισσότερο από την ονομασία
Τα δάνεια αποτελούν μία από τις συχνότερες εξηγήσεις για σημαντικές τραπεζικές πιστώσεις.
Ένα συμφωνητικό έχει ασφαλώς αποδεικτική σημασία. Σε μία απαιτητική ελεγκτική υπόθεση, όμως, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στην ύπαρξη του εγγράφου.
Εξετάζεται αν το δάνειο εκτελέστηκε πραγματικά.
Η τραπεζική κίνηση από τον δανειστή προς τον δανειζόμενο, η χρονική σχέση με τη συμφωνία, η οικονομική δυνατότητα του δανειστή και τυχόν μεταγενέστερες αποπληρωμές μπορούν να δώσουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στον ισχυρισμό.
Αντίθετα, ένα ιδιωτικό συμφωνητικό που εμφανίζεται αφού ξεκινήσει ο έλεγχος, χωρίς σαφή εκταμίευση και χωρίς άλλα στοιχεία που να αποτυπώνουν πραγματική δανειακή σχέση, είναι πολύ δυσκολότερο να στηρίξει μόνο του μία μεγάλη πίστωση.
Η ΑΑΔΕ έχει άλλωστε διευκρινίσει ότι όταν δεν υπάρχει έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και η λήψη του δανείου δεν αποδεικνύεται από άλλα στοιχεία, όπως τραπεζικές κινήσεις ή επιστροφές χρημάτων, ο σχετικός ισχυρισμός μπορεί να μην γίνει δεκτός.
Το θέμα επομένως δεν είναι αν επιτρέπεται να δοθούν χρήματα με ιδιωτικό δάνειο. Είναι αν μπορεί να αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο ποσό που εμφανίστηκε στον λογαριασμό προέρχεται πράγματι από αυτό.
Οικογενειακή μεταφορά δεν σημαίνει αυτομάτως δωρεά
Παρόμοια δυσκολία εμφανίζεται στις μεταφορές μεταξύ συγγενών.
Αν ένας πατέρας μεταφέρει 50.000 ευρώ στον λογαριασμό του παιδιού του, η προέλευση της τραπεζικής κίνησης είναι εμφανής. Από μόνη της, όμως, η συναλλαγή δεν απαντά αν πρόκειται για δωρεά, γονική παροχή, δάνειο ή επιστροφή ποσού που είχε δοθεί παλαιότερα.
Η πραγματική φύση της μεταβίβασης πρέπει να συμφωνεί με τη φορολογική της αντιμετώπιση. Στην αξιολόγηση μπορεί επίσης να αποκτήσει σημασία αν εκείνος που εμφανίζεται ως δωρητής ή δανειστής είχε την οικονομική δυνατότητα να διαθέσει το συγκεκριμένο κεφάλαιο.
Δεν σημαίνει ότι κάθε οικογενειακή μεταφορά αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Σημαίνει ότι η συγγένεια δεν αποτελεί από μόνη της οικονομική αιτία.
Όσο καθαρότερη είναι η συναλλαγή όταν πραγματοποιείται, τόσο λιγότερο χρειάζεται να ανακατασκευαστεί χρόνια αργότερα όταν ζητηθούν εξηγήσεις.
Οι παλιές αποταμιεύσεις και το όριο της ανάλωσης κεφαλαίου
Η επίκληση χρημάτων προηγούμενων ετών είναι ίσως το σημείο στο οποίο δημιουργούνται οι μεγαλύτερες παρεξηγήσεις.
Η ανάλωση κεφαλαίου μπορεί να δείξει ότι ένας φορολογούμενος είχε, βάσει των εισοδημάτων και των λοιπών νόμιμων κεφαλαίων του, τη δυνατότητα να έχει σχηματίσει διαθέσιμα σε παλαιότερες χρήσεις.
Η φορολογική αυτή δυνατότητα δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκη ότι το ποσό παρέμενε πραγματικά διαθέσιμο μέχρι τη στιγμή της τραπεζικής κατάθεσης.
Ενδιάμεσα μπορεί να έχουν μεσολαβήσει αγορές ακινήτων ή οχημάτων, επενδύσεις, μεγάλες δαπάνες, μεταφορές ή άλλες χρήσεις των χρημάτων.
Η ΣτΕ 1499/2025 ενισχύει αυτή την προσέγγιση. Η απλή επίκληση ταμειακών διαθεσίμων ικανών αριθμητικά να καλύψουν άγνωστης προέλευσης καταθέσεις δεν αρκεί χωρίς την απαιτούμενη σύνδεση με τα επίμαχα ποσά.
Για τον έλεγχο, λοιπόν, άλλο πράγμα είναι να προκύπτει ότι ένας φορολογούμενος μπορούσε να έχει αποταμιεύσει 100.000 ευρώ και άλλο να εξηγείται με επάρκεια ότι μία κατάθεση 25.000 ευρώ αρκετά χρόνια αργότερα προήλθε από το συγκεκριμένο κεφάλαιο.
Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες μετατοπίσεις που πρέπει να λάβει υπόψη σήμερα ο λογιστής όταν προετοιμάζει απάντηση για τραπεζικές πιστώσεις.
Ανάληψη και επανακατάθεση: δεν υπάρχει μηχανικός χρονικός κόφτης
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν τα χρήματα έχουν εξέλθει κάποτε από την τράπεζα ως μετρητά και κατατίθενται ξανά αργότερα.
Η διοικητική πρακτική δεν θέτει έναν γενικό αριθμό μηνών ή ετών μετά τον οποίο η επανακατάθεση θεωρείται από μόνη της αδύνατη.
Η διάρκεια που μεσολάβησε είναι ένα πραγματικό δεδομένο, όχι αυτοτελής απόδειξη.
Αν όμως ο φορολογούμενος υποστηρίζει ότι μία παλιά ανάληψη αποτελεί την πηγή μεταγενέστερης κατάθεσης, πρέπει να εξετάζεται η συνολική οικονομική του εικόνα στο ενδιάμεσο.
Αν τα κεφάλαια είχαν χρησιμοποιηθεί για αγορά ακινήτου, όχημα, επένδυση ή άλλες μεγάλες δαπάνες, δεν μπορούν να θεωρούνται ταυτόχρονα διαθέσιμα για να εξηγήσουν μία νέα κατάθεση.
Δεν υπάρχει επομένως ένας απλός κανόνας «ανάληψη ίσον επανακατάθεση».
Υπάρχει έλεγχος του κατά πόσο το κεφάλαιο μπορούσε πράγματι να παραμένει διαθέσιμο.
Και αυτό εξηγεί γιατί η φράση «τα είχα στο σπίτι» μπορεί να είναι αληθινή, αλλά είναι αποδεικτικά πολύ πιο απαιτητική από μία καθαρή μεταφορά μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών.
Η μεταφορά μεταξύ δικών μας λογαριασμών αλλάζει εντελώς την εικόνα
Όταν ένα ποσό μεταφέρεται από λογαριασμό του ίδιου φορολογούμενου σε άλλον δικό του λογαριασμό, δεν δημιουργείται νέα περιουσία επειδή εμφανίζεται μία νέα πίστωση.
Το κεφάλαιο έχει απλώς μετακινηθεί.
Η ΠΟΛ.1175/2017 το διατυπώνει καθαρά για εμβάσματα μεταξύ λογαριασμών του ίδιου δικαιούχου στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, ενώ και πρόσφατες αποφάσεις της ΔΕΔ έχουν αναγνωρίσει τέτοιες μεταφορές όταν η διαδρομή αποδείχθηκε.
Το ενδιαφέρον στρέφεται λοιπόν στην ιχνηλασιμότητα: αν προκύπτουν η αντίστοιχη χρέωση, η πίστωση, το ποσό, ο χρόνος και ο ίδιος πραγματικός δικαιούχος.
Αυτό έχει σημασία και για το φορολογικό έτος στο οποίο μπορεί να αναζητηθεί μία προσαύξηση. Μία μεταγενέστερη μετακίνηση του ίδιου κεφαλαίου από λογαριασμό σε λογαριασμό δεν μεταθέτει αυτομάτως τον χρόνο κατά τον οποίο τα χρήματα εισήλθαν αρχικά στην περιουσία.
Η ημερομηνία που φαίνεται στο τελευταίο έμβασμα δεν είναι πάντοτε η ημερομηνία του πραγματικού οικονομικού γεγονότος.
Οι κοινοί λογαριασμοί δεν μοιράζονται φορολογικά με έναν απλό υπολογισμό
Στους κοινούς λογαριασμούς η πραγματική εικόνα μπορεί να απέχει ακόμη περισσότερο από την τυπική.
Η ύπαρξη δύο ή περισσότερων συνδικαιούχων δεν οδηγεί σε κάθε φορολογικό έλεγχο σε αυτόματη κατανομή των πιστώσεων σε ίσα μέρη.
Η ΣτΕ 1490/2025 έχει επιβεβαιώσει ότι το τεκμήριο ισομερούς συμμετοχής μπορεί να υποχωρήσει απέναντι στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστάσεων.
Αυτό επιτρέπει στον έλεγχο να εξετάσει ποιος τροφοδοτεί και χρησιμοποιεί ουσιαστικά τον λογαριασμό, από ποια δραστηριότητα προκύπτουν οι πιστώσεις και με ποιον συνδέεται οικονομικά το αντίστοιχο εισόδημα.
Η ΔΕΔ 1352/2026 είναι ενδεικτική αυτής της προσέγγισης. Αναγνώρισε συγκεκριμένη μεταφορά μεταξύ ιδίων λογαριασμών, αλλά δεν αποδέχθηκε μηχανικά την κατανομή άλλων πιστώσεων μεταξύ των συνδικαιούχων, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική χρήση του λογαριασμού.
Σε έναν κοινό επαγγελματικά χρησιμοποιούμενο λογαριασμό, επομένως, η ιδιότητα του συνδικαιούχου δεν αρκεί για να δώσει μόνη της τη φορολογική απάντηση.
Και στα εμβάσματα εξωτερικού το ερώτημα ξεκινά πριν από το έμβασμα
Το γεγονός ότι μία πίστωση ήρθε από ξένη τράπεζα εξηγεί τη γεωγραφική και τραπεζική διαδρομή της. Δεν εξηγεί τον γενεσιουργό λόγο του ποσού.
Αν πρόκειται για χρήματα που βρίσκονταν ήδη σε λογαριασμό του ίδιου φορολογούμενου στο εξωτερικό, η σύνδεση των δύο λογαριασμών μπορεί να αποδείξει ότι δεν δημιουργήθηκε νέο κεφάλαιο με το εισερχόμενο έμβασμα.
Αν το ποσό είναι μέρισμα από αλλοδαπή εταιρεία, αμοιβή, τίμημα πώλησης ή δάνειο, χρειάζεται να τεκμηριωθεί η αντίστοιχη οικονομική σχέση.
Η χώρα από την οποία ήρθε ένα ποσό δεν αποτελεί από μόνη της φορολογική πηγή. Η έρευνα πηγαίνει στο γεγονός που προηγήθηκε της τραπεζικής μεταφοράς.
Όταν εταιρικά χρήματα περνούν από προσωπικό λογαριασμό
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν χρήματα εταιρείας εμφανίζονται σε λογαριασμό εταίρου, μετόχου ή διαχειριστή.
Η πίστωση σε προσωπικό λογαριασμό δεν αρκεί για να θεωρηθεί αυτόματα προσωπικό εισόδημα του φυσικού προσώπου, εφόσον αποδεικνύεται ότι το ποσό αφορά συναλλαγή, εισόδημα ή περιουσία του νομικού προσώπου.
Η διαπίστωση αυτή όμως χρειάζεται λογιστική συνέχεια.
Οι εγγραφές στα βιβλία, η προέλευση του ποσού, ο σκοπός της μεταφοράς και η ενδεχόμενη επιστροφή του στην εταιρεία πρέπει να συνθέτουν συνεπή εικόνα.
Η ΑΑΔΕ έχει αναγνωρίσει ότι ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά μια τέτοια κίνηση μπορεί να αποτελεί δάνειο ή ταμειακή διευκόλυνση. Ο χαρακτηρισμός, όμως, προκύπτει από τα στοιχεία της συναλλαγής και όχι από την ονομασία που θα της δοθεί όταν αρχίσει ο έλεγχος.
Αυτός είναι και ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο η συστηματική ανάμειξη προσωπικών και εταιρικών λογαριασμών δημιουργεί μελλοντικά αποδεικτικό κόστος ακόμη και όταν η αρχική συναλλαγή ήταν απολύτως πραγματική.
Ο έλεγχος έχει δικό του βάρος απόδειξης, αλλά η εξήγηση του φορολογούμενου πρέπει να αντέχει
Οι υποθέσεις αυτές συχνά περιγράφονται απλουστευτικά σαν να έχει ο φορολογούμενος την υποχρέωση να αποδείξει από μηδενική βάση ότι κάθε ευρώ του είναι νόμιμο.
Δεν είναι αυτή η ακριβής εικόνα.
Η φορολογική αρχή οφείλει να θεμελιώσει τον καταλογισμό της και, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, να παρέχει σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία για τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις στις οποίες στηρίζεται η πράξη της.
Μπορεί να χρησιμοποιήσει τραπεζικά δεδομένα και ένα σύνολο αντικειμενικών ενδείξεων για να διαπιστώσει ότι ορισμένες πιστώσεις δεν συμβιβάζονται με την εμφανή φορολογική εικόνα.
Από εκεί και πέρα, η απάντηση του ελεγχόμενου έχει πραγματικό βάρος. Η ίδια η ΑΑΔΕ έχει επισημάνει ότι ο φορολογούμενος καλείται να προσκομίσει τα αναγκαία και εύλογα στοιχεία που δικαιολογούν την περιουσιακή του κατάσταση και ότι η αδυναμία επαρκούς τεκμηρίωσης συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων.
Σε περίπτωση που η διαφορά φτάσει σε ενδικοφανή προσφυγή, ο σημερινός ΚΦΔ είναι ακόμη πιο συγκεκριμένος: εκείνος που αμφισβητεί την πράξη προσδιορισμού φέρει το βάρος να αποδείξει την πλημμέλειά της.
Η διάκριση των δύο σταδίων έχει σημασία. Η Φορολογική Διοίκηση δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση τεκμηρίωσης της πράξης της, αλλά ένας φορολογούμενος που καλείται να εξηγήσει συγκεκριμένες πιστώσεις δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε γενικούς ισχυρισμούς.
Τι συμβαίνει όταν τα παλιά στοιχεία δεν υπάρχουν πλέον
Υπάρχουν, τέλος, περιπτώσεις στις οποίες η συναλλαγή είναι τόσο παλιά ώστε η τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να μην έχει πλέον υποχρέωση διατήρησης των σχετικών αρχείων.
Η ΑΑΔΕ έχει προβλέψει και αυτό το ενδεχόμενο.
Αν υπάρχει πραγματική αντικειμενική αδυναμία προσκόμισης των στοιχείων, ο ισχυρισμός του ελεγχόμενου δεν απορρίπτεται μηχανικά μόνο επειδή λείπει το παλιό τραπεζικό αρχείο. Η φορολογική αρχή μπορεί να τον απορρίψει εφόσον διαθέτει άλλα στοιχεία και αιτιολογεί την κρίση της.
Πρόκειται για σημαντική δικλίδα, όχι όμως για υποκατάστατο τεκμηρίωσης.
Άλλο η αντικειμενική αδυναμία να βρεθεί ένα έγγραφο δεκαετιών και άλλο η απουσία οποιουδήποτε συνεκτικού στοιχείου για την ίδια τη συναλλαγή.
Η απόδειξη της προέλευσης είναι τελικά απόδειξη μιας πραγματικής οικονομικής ιστορίας
Οι τραπεζικοί έλεγχοι έχουν μία ιδιαιτερότητα: η κίνηση του χρήματος είναι πολύ πιο εύκολο να εντοπιστεί από ό,τι στο παρελθόν, αλλά η τραπεζική κίνηση δεν αποκαλύπτει πάντοτε την οικονομική της αιτία.
Γι’ αυτό οι δύσκολες υποθέσεις δεν λύνονται με μία εκτύπωση λογαριασμού ούτε με έναν θεωρητικό πίνακα κεφαλαίων.
Λύνονται όταν μπορεί να ανασυντεθεί αξιόπιστα το γεγονός που δημιούργησε το ποσό.
Μία πώληση πρέπει να οδηγεί στο τίμημά της. Ένα δάνειο στην πραγματική του εκταμίευση. Μία δωρεά στην πραγματική μεταβίβαση και στη φορολογική της αντιμετώπιση. Μία επανακατάθεση στα κεφάλαια που εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Μία μεταφορά μεταξύ ιδίων λογαριασμών στην προηγούμενη θέση των ίδιων χρημάτων.
Αυτή είναι ίσως η πιο χρήσιμη ανάγνωση της σημερινής ελεγκτικής πραγματικότητας.
Δεν αρκεί πλέον η απόδειξη ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να υπάρχουν.
Η ισχυρότερη θέση είναι να μπορεί να αποδειχθεί, με βάση τα πραγματικά στοιχεία κάθε υπόθεσης, ποιο γεγονός δημιούργησε τα συγκεκριμένα χρήματα που εμφανίστηκαν στον λογαριασμό.
Και αυτό είναι που μετατρέπει μία τραπεζική πίστωση από ανεξήγητο ελεγκτικό εύρημα σε οικονομικό γεγονός με αναγνωρίσιμη προέλευση και συγκεκριμένη φορολογική μεταχείριση.
Πηγές – Τεκμηρίωση
- Ν. 4172/2013, άρθρο 21 παρ. 4 και άρθρο 29 παρ. 4, όπως ισχύουν.
- Ν. 5104/2024, Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, ιδίως άρθρα 14, 27, 33, 76 και 77.
- ΑΑΔΕ, ΠΟΛ.1175/2017, «Διευκρινίσεις για θέματα ελέγχου προσαύξησης περιουσίας».
- Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, ΔΕΑΦ Α 1144110 ΕΞ 2015/5.11.2015, «Διευκρινίσεις για θέματα ανάλωσης κεφαλαίου προηγουμένων ετών και προσαύξησης περιουσίας».
- Συμβούλιο της Επικρατείας 884/2016.
- Συμβούλιο της Επικρατείας 1225/2017.
- Συμβούλιο της Επικρατείας 1490/2025, για την αξιολόγηση πιστώσεων κοινού τραπεζικού λογαριασμού.
- Συμβούλιο της Επικρατείας 1499/2025, για την αποδεικτική αξία των ταμειακών διαθεσίμων έναντι συγκεκριμένων τραπεζικών καταθέσεων.
- ΔΕΔ 1134/2026, για την απόδειξη της πηγής και της πραγματικής αιτίας τραπεζικών πιστώσεων.
- ΔΕΔ 1352/2026, για μεταφορά μεταξύ ιδίων λογαριασμών και αξιολόγηση πιστώσεων σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
- Πρόσφατη διοικητική νομολογία ΔΕΔ 2025–2026 για δάνεια, επανακαταθέσεις μετρητών, εταιρικές κινήσεις και πιστώσεις γνωστής προέλευσης.