ανάγνωση σε: 17 λεπτά
Η Α.1210/2026 επιτρέπει την κεντρική απώλεια ειδικών ρυθμίσεων μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της ΑΑΔΕ. Οι τρεις λόγοι απώλειας, το κρίσιμο τρίμηνο, οι συνέπειες και όσα πρέπει να ελέγχουν οφειλέτες και λογιστές.
Μια επιχείρηση μπορεί να εξοφλεί κανονικά κάθε μήνα τη δόση μιας ρύθμισης και παρ’ όλα αυτά να κινδυνεύει να τη χάσει. Αρκεί να έχει αφήσει ατακτοποίητη μια άλλη φορολογική οφειλή πέρα από το προβλεπόμενο χρονικό όριο ή να μην έχει υποβάλει εγκαίρως μια απαιτούμενη δήλωση ΦΠΑ.
Η περίπτωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τη δημοσίευση της απόφασης Α.1210/2026, με την οποία η ΑΑΔΕ αποκτά τη δυνατότητα να πραγματοποιεί κεντρικά, μέσω των πληροφοριακών της συστημάτων, την απώλεια συγκεκριμένων ρυθμίσεων οφειλών από εγγυημένα δάνεια.
Η νέα απόφαση ισχύει από τις 13 Οκτωβρίου 2026 και αφορά έναν ειδικό μηχανισμό ρύθμισης. Δεν μεταβάλλει τους νόμιμους λόγους απώλειας, αλλά τον διοικητικό τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να συντελείται.
Ποιες ρυθμίσεις δανείων αφορά η Α.1210/2026
Η απόφαση εφαρμόζεται στη ρύθμιση του άρθρου 293 του ν. 4738/2020, η οποία προβλέπει αποπληρωμή έως 120 μηνιαίες δόσεις για συγκεκριμένες οφειλές από επιχειρηματικά δάνεια και δάνεια φυσικών προσώπων.
Πρόκειται για οφειλές που συνδέονται με εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και των προβλεπόμενων προγενέστερων εγγυοδοτικών φορέων, όπως το ΤΕΜΠΜΕ.
Βασική προϋπόθεση είναι να έχει προκύψει οφειλή από την κατάπτωση της σχετικής εγγύησης, η οποία έχει βεβαιωθεί στη Φορολογική Διοίκηση και πληροί τους ειδικούς όρους του νόμου.
Η ύπαρξη ενός ανεξόφλητου τραπεζικού δανείου δεν αρκεί από μόνη της.
Το άρθρο 293 θέτει συγκεκριμένα χρονικά και ουσιαστικά κριτήρια ως προς τη χορήγηση της εγγύησης, την καθυστέρηση του δανείου και την καταχώριση της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων.
Η ρύθμιση προβλέπει απαλλαγές από προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, ανάλογα με το πρόγραμμα δόσεων.
Η Α.1210/2026 δεν αφορά όλες τις ρυθμίσεις χρεών προς την Εφορία και δεν δημιουργεί νέα γενική δυνατότητα υπαγωγής σε 120 δόσεις.
Η αρχική προθεσμία αιτήσεων έχει λήξει. Ωστόσο, το ισχύον άρθρο 293 προβλέπει ειδική δυνατότητα μεταγενέστερης υπαγωγής για ορισμένες οφειλές που καταχωρίζονται μετά την αρχική προθεσμία και πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 7.
Στις περιπτώσεις αυτές η αίτηση μπορεί να υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από την καταχώριση της οφειλής.
Πρόκειται για ειδική εξαίρεση και όχι για γενική επαναλειτουργία της ρύθμισης.
Τι σημαίνει η κεντρική απώλεια της ρύθμισης
Μέχρι σήμερα, η εφαρμοστική απόφαση Α.1007/2021 προσδιόριζε ως αρμόδιο για την παρακολούθηση και την απώλεια της ρύθμισης τον προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας είσπραξης της Φορολογικής Διοίκησης, με ιδιαίτερη πρόβλεψη για την Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης.
Με τη νέα απόφαση προστίθεται η δυνατότητα η απώλεια να συντελείται και κεντρικά μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της ΑΑΔΕ.
Η προσθήκη αυτή επιτρέπει έναν πρόσθετο τρόπο διοικητικής εφαρμογής της απώλειας, πέρα από τον ήδη προβλεπόμενο χειρισμό των αρμόδιων υπηρεσιών.
Η ακριβής διατύπωση έχει σημασία. Η απόφαση αναφέρει ότι η απώλεια «δύναται» να συντελείται κεντρικά. Δεν καθιερώνει υποχρεωτική και άμεση απώλεια κάθε ρύθμισης μόλις εμφανιστεί κάποια εκκρεμότητα.
Ούτε περιγράφει ειδικό μηχανισμό προηγούμενης ειδοποίησης, συγκεκριμένη ημερομηνία ενεργοποίησης της κεντρικής διαδικασίας ή αυτοτελή διαδικασία επανενεργοποίησης.
Επομένως, η κεντρική δυνατότητα απώλειας δεν καταργεί την ανάγκη να συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος.
Οι τρεις λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια
Δύο συνεχόμενες δόσεις που δεν πληρώθηκαν
Ο πρώτος λόγος αφορά τη μη καταβολή δύο συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων.
Ειδική πρόβλεψη υπάρχει και για την καθυστέρηση καταβολής των δύο τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.
Μία μεμονωμένη καθυστέρηση δεν ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη αιτία απώλειας.
Ωστόσο, η εκπρόθεσμη πληρωμή επιβαρύνεται με μηνιαία προσαύξηση 0,25% επί της καθυστερούμενης δόσης.
Ο οφειλέτης πρέπει να ελέγχει τόσο την καταβολή όσο και την ορθή πίστωση των χρημάτων στη συγκεκριμένη ρύθμιση, επειδή μια πληρωμή που καταχωρίστηκε σε διαφορετική οφειλή μπορεί να αφήσει ανεξόφλητη την απαιτητή δόση.
Άλλες οφειλές που δεν τακτοποιήθηκαν μέσα στο τρίμηνο
Ο δεύτερος λόγος απώλειας είναι λιγότερο εμφανής, αλλά ιδιαίτερα σημαντικός για τις επιχειρήσεις.
Ο οφειλέτης υποχρεούται, καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής ρύθμισης, να εξοφλεί ή να τακτοποιεί νόμιμα τις λοιπές οφειλές του.
Η ισχύουσα προθεσμία είναι τρεις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους.
Η τρίμηνη προθεσμία θεσπίστηκε με τη μεταγενέστερη τροποποίηση του άρθρου 293 από τον ν. 5104/2024.
Η διάκριση είναι ουσιώδης, καθώς στο αρχικό κείμενο της Α.1007/2021 εξακολουθεί να εμφανίζεται δίμηνη προθεσμία. Για την εφαρμογή του σημερινού κανόνα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ισχύον νομοθετικό κείμενο.
Υπάρχει επίσης ειδική αφετηρία για οφειλές που ήταν ήδη ληξιπρόθεσμες πριν από την υπαγωγή στη ρύθμιση της παραγράφου 7. Στην περίπτωση αυτή ο νόμος συνδέει το τρίμηνο με την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής.
Για παλαιότερες οφειλές, των οποίων η προθεσμία καταβολής είχε λήξει πριν από τις 19 Απριλίου 2024, η ΑΑΔΕ παρείχε μεταβατική διευκρίνιση με την εγκύκλιο Ε.2029/2024.
Για λόγους χρηστής διοίκησης και προστασίας της εύλογης εμπιστοσύνης, προβλέφθηκε ότι δεν επέρχεται απώλεια εφόσον οι συγκεκριμένες λοιπές οφειλές εξοφλήθηκαν ή τακτοποιήθηκαν νόμιμα εντός τριμήνου από την ημερομηνία αυτή.
Η ιστορική αυτή αντιμετώπιση αφορά τις συγκεκριμένες παλαιότερες εκκρεμότητες και δεν αποτελεί νέα προθεσμία για σημερινές οφειλές.
Η νόμιμη τακτοποίηση δεν απαιτεί σε κάθε περίπτωση ολοσχερή εξόφληση. Μπορεί να περιλαμβάνει υπαγωγή σε επιτρεπόμενη ρύθμιση ή άλλο νόμιμα αναγνωρισμένο τρόπο τακτοποίησης.
Μια απλή πρόθεση πληρωμής, αντίθετα, δεν αρκεί.
Δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ που παραμένουν σε εκκρεμότητα
Ο τρίτος λόγος απώλειας αφορά τη μη υποβολή των προβλεπόμενων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και μέχρι την εξόφλησή της.
Ο νόμος προβλέπει προθεσμία τριών μηνών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας υποβολής τους.
Για δηλώσεις των οποίων η προθεσμία είχε ήδη παρέλθει μέχρι τις 19 Απριλίου 2024, προβλέφθηκε ειδικό μεταβατικό τρίμηνο από την ημερομηνία αυτή.
Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διευκρίνιση.
Το τρίμηνο δεν αποτελεί γενική παράταση υποβολής φορολογικών δηλώσεων.
Η δήλωση εξακολουθεί να πρέπει να υποβάλλεται μέσα στη νόμιμη προθεσμία της. Αν υποβληθεί εκπρόθεσμα, μπορεί να προκύψουν οι προβλεπόμενες φορολογικές συνέπειες, ακόμη και αν η υποβολή πραγματοποιηθεί εγκαίρως ώστε να αποφευχθεί ο συγκεκριμένος λόγος απώλειας.
Παράλληλα, πρέπει να διαχωρίζεται η υποβολή της δήλωσης από την πληρωμή τυχόν φόρου.
Μια απαιτούμενη μηδενική δήλωση ΦΠΑ πρέπει επίσης να υποβάλλεται εμπρόθεσμα. Το γεγονός ότι δεν προκύπτει ποσό προς καταβολή δεν αίρει την υποχρέωση υποβολής.
Το πρακτικό παράδειγμα που αναδεικνύει τον κίνδυνο
Ας εξετάσουμε μια μικρή επιχείρηση που έχει υπαχθεί νόμιμα στη ρύθμιση του άρθρου 293 για οφειλή από επιχειρηματικό δάνειο με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Η επιχείρηση καταβάλλει κανονικά κάθε μήνα τη συμφωνημένη δόση.
Παράλληλα, έχει μια άλλη φορολογική οφειλή ύψους 1.800 ευρώ, η οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη μετά την έναρξη της ειδικής ρύθμισης.
Ο επιχειρηματίας αποφασίζει να εξοφλήσει το ποσό αργότερα, θεωρώντας ότι αρκεί να παραμένει συνεπής στις δόσεις του εγγυημένου δανείου.
Η οφειλή, όμως, δεν εξοφλείται ούτε τακτοποιείται νόμιμα μέσα στο προβλεπόμενο τρίμηνο.
Στην περίπτωση αυτή συντρέχει λόγος απώλειας της ειδικής ρύθμισης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι μηνιαίες δόσεις της καταβάλλονται κανονικά.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί αν παραμείνει σε εκκρεμότητα μια απαιτούμενη δήλωση ΦΠΑ πέρα από το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα.
Η συνέπεια σε μία φορολογική υποχρέωση δεν θεραπεύει την παράβαση μιας άλλης.
Τι συμβαίνει όταν χαθεί η ρύθμιση
Η απώλεια έχει άμεσες συνέπειες για τον οφειλέτη.
Το άρθρο 293 προβλέπει ότι το υπόλοιπο της οφειλής καθίσταται υποχρεωτικά άμεσα καταβλητέο, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης.
Παράλληλα, προβλέπεται η άμεση επιδίωξη είσπραξής του με τα νόμιμα μέτρα.
Για μια επιχείρηση που είχε οργανώσει την αποπληρωμή της σε βάθος πολλών ετών, η απώλεια μπορεί να προκαλέσει σημαντική επιβάρυνση της ρευστότητας.
Επιπλέον, επηρεάζονται τα ευεργετήματα που εξαρτώνται από την ενεργή και τηρούμενη ρύθμιση.
Σε αυτά περιλαμβάνονται οι ειδικές προβλέψεις για τη φορολογική ενημερότητα, η αναστολή συγκεκριμένων μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και οι προβλεπόμενες συνέπειες στην ποινική διαδικασία για χρέη προς το Δημόσιο.
Τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης που είχαν ανασταλεί μπορούν να συνεχιστούν σύμφωνα με τον νόμο.
Χρειάζεται, πάντως, να γνωρίζει ο οφειλέτης ότι ακόμη και η ενεργή ρύθμιση δεν παρέχει απόλυτη προστασία από κάθε εισπρακτική ενέργεια.
Το Δημόσιο διατηρεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, δικαιώματα συμψηφισμού και διασφάλισης απαιτήσεων. Επίσης, η αναστολή δεν καταλαμβάνει κατασχέσεις εις χείρας τρίτων που είχαν ήδη επιβληθεί ή για τις οποίες είχαν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες.
Ποσά που εισπράττονται μέσω συμψηφισμών, παρακρατήσεων ή πράξεων εκτέλεσης μπορούν να καλύπτουν δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά.
Μπορεί ο οφειλέτης να ενταχθεί σε άλλη ρύθμιση;
Η Α.1007/2021 περιλαμβάνει έναν ιδιαίτερα σημαντικό περιορισμό.
Μετά την απώλεια της συγκεκριμένης ρύθμισης δεν επιτρέπεται η υπαγωγή των ίδιων οφειλών στην πάγια ρύθμιση του ν. 4152/2013 που αναφέρεται στην απόφαση.
Ο περιορισμός αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με τη δυνατότητα αλλαγής προγράμματος δόσεων όσο η ειδική ρύθμιση εξακολουθεί να ισχύει.
Το άρθρο 293 επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, την επιλογή διαφορετικού προγράμματος αποπληρωμής για το υπόλοιπο ποσό, χωρίς ο συνολικός αριθμός δόσεων να υπερβαίνει τις 120, υπολογιζόμενες από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος.
Αντίστοιχα, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του υπολοίπου προβλέπεται ευνοϊκότερη απαλλαγή από εναπομείνασες προσαυξήσεις και τόκους, σύμφωνα με τον αριθμό δόσεων που τελικά διαμορφώνεται.
Πρόκειται για δυνατότητες που προβλέπονται στο πλαίσιο μιας ενεργής ρύθμισης και δεν συνιστούν αυτόματη επανένταξη μετά την απώλειά της.
Τυχόν άλλη νόμιμη δυνατότητα διευθέτησης εξετάζεται χωριστά, με βάση τις ειδικές προϋποθέσεις της.
Τι πρέπει να γίνει αν η ρύθμιση εμφανιστεί χαμένη
Η δυνατότητα κεντρικής απώλειας καθιστά σημαντικότερη τη συμφωνία των πραγματικών στοιχείων με τις καταχωρίσεις της ΑΑΔΕ.
Αν μια ρύθμιση εμφανιστεί ως απολεσθείσα, ο πρώτος έλεγχος αφορά την αιτία της απώλειας.
Σε περίπτωση απλήρωτων δόσεων, χρειάζεται να εξεταστούν τα αποδεικτικά πληρωμής, η χρησιμοποιηθείσα ταυτότητα ρυθμισμένης οφειλής, η ημερομηνία καταβολής και η πίστωση του ποσού.
Αν η απώλεια σχετίζεται με άλλες οφειλές, εξετάζονται η ημερομηνία λήξης, το εφαρμοστέο τρίμηνο και η ύπαρξη νόμιμης τακτοποίησης.
Στις δηλωτικές υποχρεώσεις χρειάζεται να ελεγχθούν οι προθεσμίες και οι πραγματικές ημερομηνίες υποβολής.
Εφόσον διαπιστωθεί αναντιστοιχία, ο οφειλέτης πρέπει να ζητήσει τεκμηριωμένα από την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης τον έλεγχο των στοιχείων και την κατά περίπτωση προβλεπόμενη διοικητική αντιμετώπιση.
Η νέα απόφαση δεν προβλέπει ιδιαίτερη αυτόματη διαδικασία επανενεργοποίησης απολεσθεισών ρυθμίσεων. Κάθε τέτοιο ζήτημα απαιτεί εξέταση των πραγματικών περιστατικών και του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου.
Τι αλλάζει στην καθημερινή παρακολούθηση από τον λογιστή
Η διατήρηση μιας ενεργής ρύθμισης του άρθρου 293 απαιτεί πλέον ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στη συνολική φορολογική εικόνα του οφειλέτη.
Ο έλεγχος δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν πληρώθηκε η μηνιαία δόση.
Χρειάζεται να εξετάζονται παράλληλα οι λοιπές βεβαιωμένες οφειλές, οι ημερομηνίες λήξης τους, η νόμιμη τακτοποίησή τους και οι απαιτούμενες δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σωστή αφετηρία υπολογισμού των προθεσμιών. Μια παλαιότερη οφειλή, μια μεταγενέστερη υπαγωγή ή μια ειδική μεταβατική διάταξη μπορεί να διαφοροποιεί τον χρόνο μέσα στον οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη ενέργεια.
Ο προληπτικός έλεγχος πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την πραγματική πίστωση των καταβολών, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα πιθανές αναντιστοιχίες.
Η Α.1210/2026 δεν δημιουργεί νέα αυτοτελή υποχρέωση λογιστικής παρακολούθησης. Αναδεικνύει όμως την πρακτική ανάγκη οι όροι διατήρησης της ειδικής ρύθμισης να ελέγχονται συνολικά και σε τακτική βάση.
Η ουσία της νέας απόφασης για τους οφειλέτες
Η Α.1210/2026 προσθέτει έναν νέο διοικητικό τρόπο απώλειας της ειδικής ρύθμισης μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της ΑΑΔΕ, χωρίς να αλλάζει τους ουσιαστικούς λόγους που προβλέπει το άρθρο 293.
Οι οφειλέτες πρέπει να έχουν υπόψη ότι η έγκαιρη πληρωμή των δόσεων αποτελεί μόνο μία από τις προϋποθέσεις διατήρησής της.
Η νόμιμη τακτοποίηση των υπόλοιπων οφειλών και η εκπλήρωση των δηλωτικών υποχρεώσεων είναι εξίσου σημαντικές.
Μια ρύθμιση μπορεί να εμφανίζεται ενεργή σήμερα, ενώ μια ατακτοποίητη υποχρέωση δημιουργεί ήδη τον κίνδυνο απώλειάς της.
Η συστηματική παρακολούθηση των τριών αυτών πεδίων είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να περιοριστεί ο κίνδυνος μια μεμονωμένη φορολογική εκκρεμότητα να οδηγήσει στην απώλεια μιας πολυετούς ρύθμισης, με σοβαρές οικονομικές συνέπειες για την επιχείρηση ή τον οφειλέτη.
Πηγές – Τεκμηρίωση
- ΑΑΔΕ – Απόφαση Α.1210/2026, ΦΕΚ Β΄ 6220/13.10.2026.
- ΑΑΔΕ – Απόφαση Α.1007/2021, ΦΕΚ Β΄ 138/20.01.2021, ιδίως άρθρα 4, 5, 6, 7, 8 και 9.
- Ν. 4738/2020, άρθρο 293, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ιδίως παράγραφοι 1, 5, 7, 9, 11, 13, 14, 15, 16 και 18.
- Ν. 5104/2024, ΦΕΚ Α΄ 58/19.04.2024, άρθρο 88.
- ΑΑΔΕ – Εγκύκλιος Ε.2029/23.04.2024, διευκρινίσεις για την απώλεια νομοθετικών ρυθμίσεων.
- Ν. 5024/2023, άρθρο 45, τροποποίηση του άρθρου 293 του ν. 4738/2020.
- Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα – Οδηγός ρύθμισης οφειλών από καταπτώσεις εγγυήσεων δανείων του άρθρου 293 του ν. 4738/2020.