Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Taxvoice

Απόψεις, Δημόσιο, Επιχειρήσεις, Κοινωνία, Λογιστές, Νομικά Θέματα

Γιατρός, Δικηγόρος, Λογιστής: Γιατί η ευθύνη του λογιστή δεν αποτυπώνεται στην αμοιβή του;

eythyni-logisti-amoivi-taxvoice

ανάγνωση σε: 15 λεπτά

Λάμπρος Μπέλεσης
Οικονομολόγος – Πρόεδρος ΠΑ.Ε.Λ.Ο.

Υπάρχουν επαγγέλματα που η αξία τους γίνεται αντιληπτή όταν εμφανιστεί ένα πρόβλημα. Υπάρχουν όμως και επαγγέλματα που η μεγαλύτερη επιτυχία τους είναι να μην εμφανιστεί ποτέ το πρόβλημα.

Ο γιατρός, ο δικηγόρος και ο λογιστής έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αναλαμβάνουν ευθύνες που μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τη ζωή, τα δικαιώματα ή την οικονομική δραστηριότητα ενός ανθρώπου.

Ο πρώτος προστατεύει την υγεία. Ο δεύτερος υπερασπίζεται δικαιώματα και έννομα συμφέροντα. Ο τρίτος οργανώνει, καθοδηγεί και προστατεύει την οικονομική λειτουργία μιας επιχείρησης.

Τρεις διαφορετικές επιστήμες, με διαφορετικές απαιτήσεις και ευθύνες. Και φυσικά δεν τίθεται θέμα σύγκρισης της σπουδαιότητάς τους.

Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι υπηρεσίες τους.

Η αμοιβή του γιατρού ή του δικηγόρου αναγνωρίζεται συχνότερα ως το κόστος μιας εξειδικευμένης επιστημονικής υπηρεσίας. Η αμοιβή του λογιστή, αντίθετα, αντιμετωπίζεται αρκετές φορές ως ένα λειτουργικό έξοδο που καλό θα ήταν να περιοριστεί.

Ασφαλώς υπάρχουν εξαιρέσεις σε όλα τα επαγγέλματα. Το θέμα δεν είναι ποιος κερδίζει περισσότερα, ούτε ποιος αξίζει μεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση.

Το ερώτημα είναι άλλο.

Γιατί η ευθύνη του λογιστή θεωρείται τόσο σημαντική όταν κάτι πάει στραβά, αλλά η αξία της εργασίας του τόσο διαπραγματεύσιμη όταν όλα λειτουργούν σωστά;

Η παράξενη μοίρα της πρόληψης

Ο γιατρός καλείται συνήθως όταν υπάρχει ένα πρόβλημα υγείας. Ο δικηγόρος όταν ανακύπτει ένα νομικό ζήτημα.

Ο λογιστής, όμως, βρίσκεται δίπλα στην επιχείρηση καθημερινά. Και όταν όλα λειτουργούν σωστά, η παρουσία του σχεδόν ξεχνιέται.

Μια δήλωση που υποβλήθηκε εμπρόθεσμα δεν προκαλεί εντύπωση. Ένα πρόστιμο που αποφεύχθηκε δεν εμφανίζεται σε κανέναν απολογισμό επιτυχιών. Μια λανθασμένη επιχειρηματική απόφαση που δεν ελήφθη ποτέ, επειδή ο λογιστής προειδοποίησε εγκαίρως, δύσκολα αποτιμάται.

Όταν όμως προκύψει το παραμικρό πρόβλημα, όλοι γνωρίζουν πού θα απευθυνθούν.

Στον λογιστή, φυσικά.

Και αν δεν βρεθεί αμέσως λύση, ακόμη καλύτερα. Έχουμε ήδη βρει και τον υπεύθυνο.

Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της πρόληψης. Όσο καλύτερα λειτουργεί, τόσο λιγότερο γίνεται αντιληπτή.

Η λογιστική επιστήμη δεν περιορίζεται στην καταχώριση παραστατικών και στην υποβολή δηλώσεων. Περιλαμβάνει έλεγχο, πρόβλεψη, οργάνωση, οικονομική πληροφόρηση και συμβουλευτική υποστήριξη.

Όλα αυτά έχουν αξία, ακόμη κι όταν το αποτέλεσμά τους είναι απλώς ότι δεν συνέβη τίποτε δυσάρεστο.

Το κράτος ψηφιοποιείται. Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

Τα τελευταία χρόνια η ψηφιακή μετάβαση έχει αλλάξει ριζικά την καθημερινότητα των επιχειρήσεων.

myDATA, ψηφιακή κάρτα εργασίας, ΕΡΓΑΝΗ, ηλεκτρονική τιμολόγηση, ψηφιακή διακίνηση αγαθών, νέες δηλωτικές υποχρεώσεις και διαρκείς προσαρμογές.

Πολλές από αυτές τις αλλαγές είναι αναγκαίες και κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στην πράξη.

Η Πολιτεία ανακοινώνει μια νέα ψηφιακή διευκόλυνση. Η επιχείρηση αναρωτιέται πώς θα την εφαρμόσει. Ο λογιστής αρχίζει να διαβάζει αποφάσεις, να παρακολουθεί σεμινάρια, να αναζητά διευκρινίσεις και να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της εφαρμογής.

Και όταν τελικά όλα λειτουργήσουν, πληροφορούμαστε ότι η γραφειοκρατία μειώθηκε.

Πράγματι.

Απλώς άλλαξε γραφείο.

Ας μην παρεξηγηθούμε. Η ψηφιοποίηση είναι απαραίτητη. Δεν μπορεί μια σύγχρονη οικονομία να λειτουργεί με διαδικασίες προηγούμενων δεκαετιών.

Αλλά ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να μετριέται μόνο από τον αριθμό των νέων εφαρμογών.

Πρέπει να μετριέται και από τον χρόνο που χρειάζονται οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες για να τις χρησιμοποιήσουν σωστά.

Γιατί κάθε νέα υποχρέωση έχει κόστος. Απαιτεί εκπαίδευση, ανθρώπινους πόρους, εξοπλισμό, λογισμικό, παρακολούθηση και φυσικά ευθύνη.

Το κόστος αυτό δεν εξαφανίζεται επειδή η διαδικασία έγινε ηλεκτρονική.

Απλώς μεταφέρεται.

Και πολύ συχνά καταλήγει στο λογιστικό γραφείο, χωρίς να συνοδεύεται από αντίστοιχη αναπροσαρμογή της αμοιβής.

Μια συμφωνία που έγινε για συγκεκριμένες υπηρεσίες καταλήγει σταδιακά να περιλαμβάνει δεκάδες πρόσθετες εργασίες.

Ο πελάτης θεωρεί ότι όλα είναι μέρος της δουλειάς.

Η Πολιτεία θεωρεί ότι οι διαδικασίες απλουστεύθηκαν.

Και ο λογιστής καλείται να εξηγήσει γιατί χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να κάνει μια δουλειά που, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, έγινε ευκολότερη.

Η ευθύνη μεγαλώνει. Η αμοιβή ακολουθεί;

Ας αναλογιστούμε τι καλείται σήμερα να γνωρίζει ένας λογιστής.

Φορολογική νομοθεσία, εργατικά και ασφαλιστικά ζητήματα, εταιρικές διαδικασίες, ψηφιακές εφαρμογές, οικονομική ανάλυση, χρηματοδοτήσεις, επενδυτικές αποφάσεις και συνεχείς κανονιστικές μεταβολές.

Και μάλιστα όχι θεωρητικά.

Πρέπει να μπορεί να δώσει πρακτική απάντηση σε πραγματικό χρόνο.

Η επιχείρηση πρέπει να εκδώσει το παραστατικό τώρα. Ο εργαζόμενος πρέπει να προσληφθεί τώρα. Το φορτηγό πρέπει να ξεκινήσει τώρα. Η απόφαση πρέπει να ληφθεί τώρα.

Ο λογιστής πρέπει να γνωρίζει την απάντηση.

Ακόμη κι όταν η σχετική διευκρίνιση δεν έχει εκδοθεί.

Ακόμη κι όταν δύο υπηρεσίες αντιμετωπίζουν διαφορετικά το ίδιο ζήτημα.

Ακόμη κι όταν μια ψηφιακή εφαρμογή δεν λειτουργεί όπως προβλέπεται.

Και παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούμε να ακούμε τη γνωστή ερώτηση:

«Μα, τόσα χρήματα για τα βιβλία;»

Λες και τα βιβλία είναι το επάγγελμα.

Λες και η γνώση, η εμπειρία, η επιστημονική κρίση και η ευθύνη προσφέρονται δωρεάν μαζί με την καταχώριση.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του κλάδου.

Η εργασία έχει εξελιχθεί, οι απαιτήσεις έχουν πολλαπλασιαστεί, αλλά η αντίληψη για την αμοιβή έχει μείνει, σε πολλές περιπτώσεις, αρκετά χρόνια πίσω.

Μήπως έχουμε κι εμείς ευθύνη;

Θα ήταν βολικό να τα αποδώσουμε όλα στο κράτος, στις επιχειρήσεις και στον ανταγωνισμό.

Δεν θα ήταν όμως δίκαιο.

Γιατί και ο ίδιος ο λογιστικός κλάδος έχει συμβάλει, σε έναν βαθμό, στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης.

Για πολλά χρόνια θεωρήσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι ο λογιστής πρέπει να είναι διαθέσιμος για τα πάντα.

Για μια ερώτηση, για μια έκτακτη διαδικασία, για μια νέα πλατφόρμα, για ένα τηλεφώνημα εκτός ωραρίου, για μια εργασία που ουδέποτε περιλαμβανόταν στην αρχική συμφωνία.

Και όλα αυτά, κατά προτίμηση, χωρίς πρόσθετη χρέωση.

Γιατί;

«Έλα μωρέ, δύο λεπτά θα σου πάρει».

Μόνο που αυτά τα δύο λεπτά, όταν πολλαπλασιαστούν με δεκάδες πελάτες και εκατοντάδες υποχρεώσεις, γίνονται ολόκληρες εργάσιμες ημέρες.

Η καλή εξυπηρέτηση είναι επαγγελματικό πλεονέκτημα. Η απεριόριστη διαθεσιμότητα, όμως, χωρίς συμφωνημένα όρια, μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα.

Και εδώ πρέπει να αναγνωρίσουμε μια πραγματικότητα.

Αν ο ίδιος ο λογιστής δεν αντιμετωπίζει την επιστημονική του εργασία ως υπηρεσία με συγκεκριμένη αξία, δύσκολα θα το κάνει κάποιος άλλος για λογαριασμό του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τις δυσκολίες των μικρών επιχειρήσεων. Ούτε ότι κάθε επαγγελματική σχέση πρέπει να μετατραπεί σε μια ψυχρή εμπορική συναλλαγή.

Σημαίνει όμως ότι πρέπει να γνωρίζουν και οι δύο πλευρές τι συμφωνούν, ποιες υπηρεσίες περιλαμβάνονται και πότε μια πρόσθετη εργασία απαιτεί πρόσθετη αμοιβή.

Η επαγγελματική σχέση δεν αποδυναμώνεται από τη σαφήνεια.

Αντίθετα, προστατεύεται.

Ο ανταγωνισμός, οι αμοιβές και η πραγματική αξία

Η ελεύθερη αγορά λειτουργεί με διαφορετικές τιμές, διαφορετικά επίπεδα υπηρεσιών και διαφορετικές επιχειρηματικές επιλογές.

Αυτό είναι θεμιτό.

Δεν είναι όμως υγιές να αξιολογείται μια λογιστική υπηρεσία αποκλειστικά από το πόσο κοστίζει, χωρίς να εξετάζεται τι περιλαμβάνει.

Άλλες είναι οι ανάγκες μιας μικρής ατομικής επιχείρησης και άλλες μιας εταιρείας με προσωπικό, σύνθετες συναλλαγές και αυξημένες υποχρεώσεις.

Δεν μπορεί όλα να αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο «πακέτο λογιστή».

Ούτε μπορεί μια επιχείρηση να αναμένει υπηρεσίες οικονομικού συμβούλου, φοροτεχνικού, εργατολόγου και τεχνικής υποστήριξης ψηφιακών εφαρμογών με μια αμοιβή που συμφωνήθηκε για βασική λογιστική παρακολούθηση.

Η λύση δεν βρίσκεται σε συλλογικά καθορισμένες τιμές.

Βρίσκεται στην επαγγελματική οργάνωση, στις έγγραφες συμφωνίες συνεργασίας, στη σαφή περιγραφή των υπηρεσιών, στη διαφανή κοστολόγηση και στην ανάδειξη της ποιότητας.

Ο πελάτης πρέπει να γνωρίζει τι αγοράζει.

Και ο λογιστής τι αναλαμβάνει.

Απλό ακούγεται.

Αλλά πόσα προβλήματα θα είχαν αποφευχθεί αν εφαρμοζόταν συστηματικά;

Από τη διεκπεραίωση στη συμβουλευτική και στην εξειδίκευση

Η τεχνολογία αλλάζει το επάγγελμα.

Όλο και περισσότερες επαναλαμβανόμενες εργασίες αυτοματοποιούνται. Η τεχνητή νοημοσύνη θα επιταχύνει αυτή την εξέλιξη.

Αυτό δημιουργεί προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες.

Ο λογιστής του αύριο δεν μπορεί να στηρίζει την επαγγελματική του αξία αποκλειστικά στην ποσότητα των παραστατικών που καταχωρίζει.

Θα πρέπει να την αναδεικνύει μέσα από την επιστημονική κρίση, την αξιολόγηση κινδύνων, την οικονομική πληροφόρηση και τη δυνατότητα να καθοδηγεί αποτελεσματικά την επιχείρηση.

Η εξειδίκευση σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως ο τουρισμός, η εστίαση, το ηλεκτρονικό εμπόριο, οι κατασκευές και οι εξαγωγές, μπορεί να δημιουργήσει σημαντική προστιθέμενη αξία.

Δεν χρειάζεται βέβαια κάθε λογιστής να γίνει σύμβουλος στρατηγικής.

Χρειάζεται όμως να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε ακόμη και την ορθή λογιστική και φορολογική συμμόρφωση ως μια απλή μηχανική διαδικασία.

Η σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας απαιτεί γνώση.

Η πρόληψη των κινδύνων απαιτεί κρίση.

Και η ανάληψη ευθύνης απαιτεί επαγγελματική επάρκεια.

Τίποτε από αυτά δεν είναι αυτονόητο.

Η Πολιτεία οφείλει να αλλάξει προσέγγιση

Υπάρχει όμως και μια θεσμική διάσταση που δεν πρέπει να υποτιμούμε.

Οι λογιστές δεν είναι απλοί χρήστες των πληροφοριακών συστημάτων του Δημοσίου.

Αποτελούν βασικούς συντελεστές της φορολογικής συμμόρφωσης και της ορθής εφαρμογής πολλών διοικητικών διαδικασιών.

Η Πολιτεία οφείλει επομένως να τους αντιμετωπίζει ως ουσιαστικούς συνομιλητές κατά τον σχεδιασμό των νέων υποχρεώσεων.

Χρειάζονται έγκαιρες και σαφείς οδηγίες, ρεαλιστικές προθεσμίες, σταθερό κανονιστικό περιβάλλον και αξιόπιστες ψηφιακές εφαρμογές.

Και κυρίως, χρειάζεται κάτι που σπάνια συζητούμε.

Κάθε νέα ψηφιακή ή φορολογική υποχρέωση πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση του πραγματικού διοικητικού κόστους που προκαλεί στις επιχειρήσεις και στους επαγγελματίες που τις υποστηρίζουν.

Πόσες εργατοώρες απαιτούνται; Πόση εκπαίδευση χρειάζεται; Ποιες νέες τεχνικές υποδομές επιβάλλονται; Πόσος χρόνος καταναλώνεται σε ελέγχους και διορθώσεις;

Αυτά πρέπει να αποτελούν μέρος της αξιολόγησης κάθε νέας διαδικασίας.

Παράλληλα, οι επαγγελματικοί φορείς πρέπει να συμμετέχουν ουσιαστικά και εγκαίρως στις διαβουλεύσεις, όχι απλώς να καλούνται να διαχειριστούν τα προβλήματα μετά την έναρξη εφαρμογής.

Η πραγματική ψηφιακή μεταρρύθμιση πρέπει να μειώνει το συνολικό διοικητικό βάρος.

Όχι να το μεταφέρει από τη μία πλευρά του γραφείου στην άλλη.

Γιατί δεν είναι εκσυγχρονισμός να μειώνεται η γραφειοκρατία στα χαρτιά και να αυξάνεται στις οθόνες.

Τελικά, ποιος καθορίζει την αξία του λογιστή;

Ας επιστρέψουμε στην αρχική σύγκριση.

Ο λογιστής δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι σημαντικότερος από τον γιατρό ή τον δικηγόρο. Ούτε να διεκδικήσει κοινωνική αναγνώριση εις βάρος άλλων επαγγελμάτων.

Χρειάζεται να αναγνωριστεί η πραγματική διάσταση της δικής του επιστημονικής εργασίας.

Και αυτή η αναγνώριση έχει δύο πλευρές.

Η πρώτη αφορά την Πολιτεία, που πρέπει να σέβεται τον χρόνο, την ευθύνη και τον θεσμικό ρόλο των λογιστών.

Η δεύτερη αφορά τον ίδιο τον κλάδο, που πρέπει να οργανώσει καλύτερα τις υπηρεσίες του, να επενδύσει στη γνώση, να θέσει σαφή επαγγελματικά όρια και να αναδείξει την αξία που δημιουργεί.

Δεν μπορούμε να απαιτούμε από την κοινωνία να αναγνωρίσει κάτι που εμείς οι ίδιοι συχνά δυσκολευόμαστε να περιγράψουμε και να κοστολογήσουμε.

Ο λογιστής δεν είναι μόνο εκείνος που υποβάλλει μια δήλωση.

Είναι εκείνος που προλαμβάνει ένα λάθος, επισημαίνει έναν κίνδυνο, οργανώνει μια διαδικασία, στηρίζει μια επιχειρηματική απόφαση και συμβάλλει καθημερινά στη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

Και πολλές φορές η μεγαλύτερη επιτυχία του είναι κάτι που δεν θα μάθει ποτέ κανείς.

Ένα πρόστιμο που δεν επιβλήθηκε.

Μια ζημία που δεν προέκυψε.

Μια λανθασμένη απόφαση που δεν ελήφθη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι ο λογιστής δεν έχει αξία. Είναι ότι η κοινωνία έχει συνηθίσει να απολαμβάνει την αξία του χωρίς να αναγνωρίζει πάντοτε το κόστος της.

Και ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξει αυτό.

Όχι με διαμαρτυρίες για το πόσο απαραίτητοι είμαστε.

Αλλά με συγκεκριμένες θεσμικές διεκδικήσεις, επαγγελματική οργάνωση, επιστημονική επάρκεια και μεγαλύτερο σεβασμό στη δική μας εργασία.

Γιατί, τελικά, αν εμείς οι ίδιοι δεν δώσουμε στην εργασία μας την αξία που της αναλογεί, γιατί περιμένουμε να το κάνουν οι άλλοι;

Λάμπρος Μπέλεσης

Οικονομολόγος – Σύμβουλος Επιχειρήσεων Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ΕΒΕΑ Πρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Λογιστών Οικονομολόγων (ΠΑΕΛΟ)