ανάγνωση σε: 12 λεπτά
Τι ισχύει όταν επαγγελματίας ή επιχείρηση περιμένει χρήματα από δημόσιο φορέα και υπάρχουν οφειλές, παρακράτηση ή συμψηφισμός
Η επιχείρηση έχει ολοκληρώσει την εργασία της, έχει εκδώσει το παραστατικό και περιμένει να πληρωθεί από δημόσιο φορέα. Κατά την εκκαθάριση της δαπάνης ζητείται φορολογική ενημερότητα και τότε εμφανίζεται το πραγματικό ερώτημα: τι γίνεται αν υπάρχουν οφειλές;
Η απάντηση δεν είναι απλώς «εκδίδεται» ή «δεν εκδίδεται».
Μπορεί να εκδοθεί αποδεικτικό χωρίς παρακράτηση, μπορεί να εκδοθεί με παρακράτηση, μπορεί να εφαρμοστεί συμψηφισμός και, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αποδεικτικό, μπορεί υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις να ακολουθηθεί η διαδικασία της βεβαίωσης οφειλής.
Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το είδος της οφειλής, την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και από το ποιος δημόσιος φορέας πρόκειται να καταβάλει τα χρήματα.
Πρώτα ξεκαθαρίζουμε τον σκοπό της ενημερότητας
Η ενημερότητα για είσπραξη χρημάτων δεν πρέπει να συγχέεται με εκείνη που ζητείται για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος.
Πρόκειται για διαφορετικούς σκοπούς έκδοσης και διαφορετικούς κανόνες.
Στην είσπραξη χρημάτων από τον Δημόσιο Τομέα, αποδεικτικό ενημερότητας απαιτείται όταν το ακαθάριστο ποσό κάθε τίτλου πληρωμής υπερβαίνει τα 1.500 ευρώ ανά δικαιούχο.
Αν το ποσό δεν υπερβαίνει το όριο αυτό, δεν απαιτείται αποδεικτικό για τη συγκεκριμένη πληρωμή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται ο συμψηφισμός, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Άλλο λοιπόν είναι η υποχρέωση προσκόμισης ενημερότητας και άλλο η δυνατότητα συμψηφισμού μιας απαίτησης με οφειλή.
Δεν αρκεί να ξέρουμε ότι «υπάρχει χρέος»
Για την έκδοση του αποδεικτικού έχει σημασία η πραγματική κατάσταση της οφειλής.
Αν υπάρχουν συνολικές ληξιπρόθεσμες βασικές οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση άνω των 30 ευρώ που δεν έχουν τακτοποιηθεί νόμιμα, δεν πληρούνται οι συνήθεις προϋποθέσεις έκδοσης.
Η εικόνα αλλάζει όταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν υπαχθεί σε νόμιμη ρύθμιση και αυτή τηρείται, όταν οι οφειλές δεν έχουν ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμες ή όταν τελούν σε νόμιμη αναστολή είσπραξης.
Γι’ αυτό ο λογιστικός έλεγχος δεν πρέπει να περιορίζεται στο συνολικό ποσό που εμφανίζει η καρτέλα οφειλών. Πρέπει να διαχωρίζεται τι είναι ληξιπρόθεσμο, τι έχει ρυθμιστεί, τι δεν έχει ακόμη λήξει και τι βρίσκεται σε αναστολή.
Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο ελέγχου. Η ενημερότητα μπορεί να μη χορηγείται παρότι δεν υπάρχει ατακτοποίητη φορολογική οφειλή, αν δεν έχουν υποβληθεί οι απαιτούμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ της προβλεπόμενης τελευταίας πενταετίας ή αν έχει καταχωριστεί άλλη νόμιμη δέσμευση.
Και οι οφειλές προς Δήμους ή Περιφέρειες μπορεί να επηρεάσουν την έκδοση
Η εικόνα του φορολογουμένου δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στις οφειλές της ΑΑΔΕ.
Για ληξιπρόθεσμες βασικές οφειλές προς Δήμους ή Περιφέρειες λειτουργεί ειδική ψηφιακή διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να διαβιβαστεί δέσμευση χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.
Η σχετική ληξιπρόθεσμη βασική οφειλή πρέπει να υπερβαίνει τα 293,47 ευρώ ανά υπόχρεο και να έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Όταν ο λόγος της δέσμευσης εκλείψει, ο ίδιος φορέας διαβιβάζει την άρση.
Άρα δεν είναι σωστό ότι οποιοδήποτε μικρό χρέος προς έναν Δήμο «κόβει» αυτομάτως τη φορολογική ενημερότητα.
Αν υπάρχει ρύθμιση, μπορεί να εκδοθεί ενημερότητα με παρακράτηση
Η ύπαρξη ενεργής ρύθμισης είναι σημαντική, δεν σημαίνει όμως ότι ο δικαιούχος θα εισπράξει ολόκληρο το ποσό της απαίτησής του.
Όταν υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχουν τακτοποιηθεί με ρύθμιση, το αποδεικτικό για είσπραξη χρημάτων μπορεί να εκδίδεται με όρο παρακράτησης.
Ο βασικός μηχανισμός συνδέει το ποσοστό παρακράτησης με το μέρος της ρυθμισμένης οφειλής που έχει ήδη εξοφληθεί. Η βασική κλίμακα κινείται από 10% έως 70%.
Ο τελικός υπολογισμός όμως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν απλός πολλαπλασιασμός. Υπάρχουν πρόσθετοι κανόνες που λαμβάνονται υπόψη στην εφαρμογή, μεταξύ άλλων ως προς την κάλυψη επόμενων δόσεων.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι απλό:
Η ρύθμιση μπορεί να επιτρέπει την έκδοση ενημερότητας, αλλά δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη είσπραξη ολόκληρου του ποσού.
Οι περιοδικές πληρωμές από τον ίδιο φορέα έχουν ειδική αντιμετώπιση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιχειρήσεις που δεν έχουν μία μεμονωμένη απαίτηση αλλά πληρώνονται επανειλημμένα από τον ίδιο δημόσιο φορέα.
Για πραγματικά περιοδικές απαιτήσεις προβλέπεται ειδικότερος μηχανισμός παρακράτησης.
Όταν η εναπομένουσα ρυθμισμένη οφειλή δεν υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ, προβλέπεται παρακράτηση 10%. Αν το υπόλοιπο υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ, η παρακράτηση συνδέεται με την κάλυψη τουλάχιστον μίας επόμενης δόσης της ρύθμισης και κινείται μέσα στα προβλεπόμενα όρια 10% έως 30% της συγκεκριμένης είσπραξης.
Απαραίτητο είναι να πρόκειται πράγματι για περιοδικές πληρωμές από τον ίδιο φορέα και όχι απλώς για διαφορετικές απαιτήσεις που εμφανίζονται μέσα στη χρήση.
Μη ληξιπρόθεσμη οφειλή δεν σημαίνει αυτομάτως παρακράτηση
Οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν συμμετέχουν, κατά κανόνα, στον υπολογισμό της συνήθους παρακράτησης για ενημερότητα είσπραξης χρημάτων.
Υπάρχει όμως μία κρίσιμη εξαίρεση: ο συμψηφισμός.
Ας υποθέσουμε ότι επαγγελματίας πρόκειται να εισπράξει 2.500 ευρώ από Υπουργείο και έχει ατομική, βεβαιωμένη αλλά ακόμη μη ληξιπρόθεσμη οφειλή ΦΠΑ 500 ευρώ.
Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, τα 500 ευρώ μπορούν να κατευθυνθούν στην οφειλή και ο δικαιούχος να εισπράξει το υπόλοιπο.
Δεν πρόκειται εδώ για παρακράτηση επειδή υπάρχει ρύθμιση. Πρόκειται για διαφορετικό μηχανισμό.
Πρόκειται για συμψηφισμό απαίτησης και οφειλής.
Γιατί έχει σημασία αν πληρώνει Υπουργείο ή Δήμος
Η προηγούμενη περίπτωση δεν μεταφέρεται αυτομάτως σε κάθε δημόσιο φορέα.
Όταν η απαίτηση είναι απέναντι στην Κεντρική Διοίκηση και η οφειλή είναι ατομικά βεβαιωμένη στο ίδιο πρόσωπο, μπορεί να υπάρχει η απαιτούμενη αμοιβαιότητα για συμψηφισμό.
Αντίθετα, όταν η απαίτηση είναι απέναντι σε φορέα του ευρύτερου Δημοσίου Τομέα, όπως ένας ΟΤΑ, η ίδια μη ληξιπρόθεσμη φορολογική οφειλή δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στο ίδιο αποτέλεσμα.
Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες πρακτικές διακρίσεις.
Η φράση «περιμένω να πληρωθώ από το Δημόσιο» δεν είναι αρκετή για να προβλέψει ο λογιστής τι θα συμβεί.
Χρειάζεται να γνωρίζει ποιος ακριβώς φορέας είναι ο οφειλέτης της απαίτησης.
Αν το χρέος είναι της εταιρείας και η απαίτηση του φυσικού προσώπου
Χρειάζεται επίσης προσοχή όταν ένα φυσικό πρόσωπο ευθύνεται για οφειλές εταιρείας.
Αν η απαίτηση ανήκει προσωπικά στο φυσικό πρόσωπο, ενώ η μη ληξιπρόθεσμη οφειλή είναι βεβαιωμένη στο ΑΦΜ της εταιρείας, δεν υπάρχει αυτομάτως η αμοιβαιότητα που απαιτείται για συμψηφισμό των δύο ποσών.
Η διάκριση αυτή δεν πρέπει να γενικεύεται.
Δεν σημαίνει ότι εταιρικές οφειλές για τις οποίες υπάρχει αλληλέγγυα ή προσωπική ευθύνη δεν επηρεάζουν ποτέ τη φορολογική ενημερότητα.
Αφορά ειδικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές και ο συμψηφισμός όταν απαίτηση και οφειλή είναι βεβαιωμένες σε διαφορετικά πρόσωπα.
Δεν εκδόθηκε ενημερότητα. Αυτό δεν σημαίνει πάντα ότι η πληρωμή σταματά
Εδώ βρίσκεται η πιο χρήσιμη διάκριση για τον επαγγελματία.
Αν υπάρχουν ατακτοποίητες ληξιπρόθεσμες οφειλές και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αποδεικτικό ενημερότητας, πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί να ακολουθηθεί η διαδικασία της βεβαίωσης οφειλής.
Η βεβαίωση οφειλής είναι διαφορετικό έγγραφο.
Δεν πιστοποιεί ότι ο φορολογούμενος είναι ενήμερος. Επιτρέπει όμως, στις περιπτώσεις που προβλέπονται, η απαίτησή του από τον φορέα πληρωμής να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση του Δημοσίου.
Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα.
Επιχείρηση πρόκειται να εισπράξει 80.000 ευρώ από ΟΤΑ και έχει 40.000 ευρώ ληξιπρόθεσμες οφειλές που δεν έχουν τακτοποιηθεί νόμιμα.
Αποδεικτικό ενημερότητας δεν χορηγείται.
Μπορεί όμως, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, να εκδοθεί βεβαίωση οφειλής για τις οφειλές των 40.000 ευρώ. Το ποσό αυτό αποδίδεται προς εξόφλησή τους και, εφόσον δεν υφίσταται άλλο κώλυμα, το υπόλοιπο της απαίτησης μπορεί να αποδοθεί στον δικαιούχο.
Άρα η σωστή διατύπωση δεν είναι:
«Δεν εκδόθηκε ενημερότητα, επομένως η επιχείρηση δεν μπορεί να πληρωθεί».
Το σωστό είναι:
«Δεν εκδόθηκε ενημερότητα. Πρέπει να εξεταστεί ποια διοικητική διαδρομή μπορεί να ακολουθήσει η συγκεκριμένη πληρωμή.»
Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται πριν φτάσει η πληρωμή στο ταμείο
Η πρακτικά ασφαλής αντιμετώπιση δεν είναι να υποβάλλεται μηχανικά μία αίτηση ενημερότητας όταν ο δημόσιος φορέας ζητήσει το δικαιολογητικό.
Πριν από αυτό πρέπει να έχει προσδιοριστεί ο ακριβής σκοπός έκδοσης και ο φορέας που θα πραγματοποιήσει την πληρωμή.
Στη συνέχεια χρειάζεται έλεγχος του ύψους του τίτλου, των δηλωτικών υποχρεώσεων, τυχόν δεσμεύσεων και κυρίως της πραγματικής κατάστασης κάθε οφειλής.
Έτσι μπορεί να προβλεφθεί εγκαίρως αν η πληρωμή θα γίνει με αποδεικτικό χωρίς παρακράτηση, με αποδεικτικό και παρακράτηση, μέσω συμψηφισμού ή με βεβαίωση οφειλής.
Η φορολογική ενημερότητα για είσπραξη χρημάτων δεν είναι επομένως ένα απλό πιστοποιητικό που απαντά αν κάποιος «χρωστά ή δεν χρωστά».
Είναι μέρος του μηχανισμού που καθορίζει με ποιον τρόπο και σε ποιον τελικά θα αποδοθούν τα χρήματα της συγκεκριμένης απαίτησης.
Πηγές – Τεκμηρίωση
- Ν. 5104/2024, άρθρο 12, Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας.
- Α.1162/2023, Αποδεικτικό Ενημερότητας άρθρου 12 ΚΦΔ, όπως ισχύει.
- Ε.2089/2023, διευκρινίσεις για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας.
- ΠΟΛ.1275/2013, Βεβαίωση Οφειλής, όπως ισχύει.
- Α.1038/2024, τροποποίηση της διαδικασίας Βεβαίωσης Οφειλής.
- Ε.2040/2024, διευκρινίσεις για τη χορήγηση Βεβαίωσης Οφειλής.
- Α.1127/2024, διαδικασία δέσμευσης και άρσης δέσμευσης αποδεικτικού ενημερότητας για οφειλές προς Δήμους και Περιφέρειες.
- Α.1072/2025, Α.1115/2025 και Α.1118/2025, μεταγενέστερες τροποποιήσεις του πλαισίου αποδεικτικού ενημερότητας.
- Ε.2028/2026, διευκρινίσεις για αποδεικτικό ενημερότητας, Βεβαίωση Οφειλής, μη ληξιπρόθεσμες οφειλές και συμψηφισμό απαιτήσεων από τον Δημόσιο Τομέα.
- Ν. 4978/2022, άρθρο 75, Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.