ανάγνωση σε: 16 λεπτά
Ο τζίρος δεν είναι κέρδος, το κέρδος δεν είναι χρήμα και το ταμείο δεν λέει πάντα την αλήθεια για την οικονομική υγεία μιας επιχείρησης.
Γράφει ο Λάμπρος Μπέλεσης
Πρόεδρος ΠΑΕΛΟ – Μέλος Δ.Σ. ΕΒΕΑ
Κάθε χρόνο χιλιάδες επιχειρήσεις συντάσσουν ισολογισμούς. Οι λογιστές ολοκληρώνουν τις εγγραφές, οι διοικήσεις υπογράφουν, οι Γενικές Συνελεύσεις εγκρίνουν και οι οικονομικές καταστάσεις δημοσιεύονται στο ΓΕΜΗ.
Και ύστερα;
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ο ισολογισμός καταλήγει σε έναν ηλεκτρονικό φάκελο, μέχρι να τον ζητήσει κάποια τράπεζα, ένας επενδυτής ή ένας υποψήφιος συνεργάτης.
Θα θέσω λοιπόν ένα απλό ερώτημα.
Πόσοι επιχειρηματίες γνωρίζουν πραγματικά να διαβάζουν τον ισολογισμό της δικής τους εταιρείας;
Όχι να αναγνωρίζουν πού βρίσκονται οι πωλήσεις ή τα κέρδη. Να καταλαβαίνουν τι κρύβεται πίσω από τους αριθμούς. Να εντοπίζουν κινδύνους, να αξιολογούν την απόδοση των κεφαλαίων τους και να αποφασίζουν εγκαίρως τι πρέπει να αλλάξει.
Γιατί ο ισολογισμός δεν είναι ένα λογιστικό έγγραφο που αφορά αποκλειστικά τον λογιστή.
Είναι, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι, ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία διοίκησης.
1. Πρώτα ο τζίρος. Αλλά τι μένει στο τέλος;
«Φέτος κάναμε τζίρο πέντε εκατομμύρια!»
Είναι μια φράση που ακούγεται συχνά με ιδιαίτερη ικανοποίηση.
Και δικαιολογημένα, όταν ο κύκλος εργασιών αυξάνεται. Μόνο που ο τζίρος από μόνος του δεν λέει σχεδόν τίποτα για την οικονομική επιτυχία μιας επιχείρησης.
Μια εταιρεία μπορεί να πραγματοποιεί πωλήσεις πέντε εκατομμυρίων και να κερδίζει 50.000 ευρώ. Μια άλλη, με πωλήσεις τριών εκατομμυρίων, μπορεί να εμφανίζει κέρδη 300.000 ευρώ.
Ποια είναι πιο επιτυχημένη;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή, αλλά σίγουρα δεν προκύπτει μόνο από τον τζίρο.
Ο επιχειρηματίας πρέπει να παρακολουθεί το μικτό περιθώριο κέρδους, τα λειτουργικά έξοδα και την τελική κερδοφορία.
Εάν οι πωλήσεις αυξάνονται κατά 20% και τα κέρδη μειώνονται κατά 30%, κάτι χρειάζεται διερεύνηση.
Μήπως πουλάμε περισσότερο αλλά φθηνότερα; Μήπως αυξήθηκε το κόστος παραγωγής; Μήπως οι λειτουργικές δαπάνες απορροφούν το πρόσθετο έσοδο;
Δεν έχει σημασία μόνο πόσο πουλάμε. Έχει σημασία πόσο κερδίζουμε από αυτό που πουλάμε.
2. Έχω κέρδη. Πού είναι τα χρήματα;
Αυτή είναι ίσως η πιο συνηθισμένη απορία που ακούει ένας λογιστής.
«Μου λες ότι η εταιρεία έχει κέρδη 200.000 ευρώ. Εγώ όμως δεν βλέπω αυτά τα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό».
Και εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ λογιστικής και πραγματικής ταμειακής κατάστασης.
Το κέρδος δεν ταυτίζεται με το χρήμα.
Μια επιχείρηση μπορεί να πουλήσει εμπορεύματα αξίας 500.000 ευρώ με πίστωση έξι μηνών. Θα αναγνωρίσει τα αντίστοιχα έσοδα, αλλά τα χρήματα θα εισπραχθούν αργότερα.
Στο μεταξύ πρέπει να πληρώσει εργαζομένους, προμηθευτές, ενοίκια, φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Αντίστοιχα, μπορεί να πραγματοποιήσει μια σημαντική επένδυση σε εξοπλισμό, καταβάλλοντας άμεσα χρήματα, ενώ η λογιστική επιβάρυνση των αποτελεσμάτων θα γίνει σταδιακά μέσω αποσβέσεων.
Επομένως, δίπλα στην κερδοφορία πρέπει να εξετάζουμε πάντοτε τις ταμειακές ροές.
Ακόμη και ένα υψηλό τραπεζικό υπόλοιπο δεν αποδεικνύει από μόνο του επάρκεια ρευστότητας. Πρέπει να γνωρίζουμε ποιες πληρωμές ακολουθούν, ποια ποσά είναι δεσμευμένα και ποιες εισπράξεις αναμένονται.
Μια εταιρεία δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα μόνο όταν σταματήσει να κερδίζει. Μπορεί να αντιμετωπίσει πρόβλημα όταν σταματήσει να εισπράττει.
3. Οι πελάτες μου χρωστούν. Είναι όμως όλα εισπράξιμα;
Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση εμφανίζει απαιτήσεις από πελάτες 1.000.000 ευρώ.
Με την πρώτη ματιά πρόκειται για σημαντικό περιουσιακό στοιχείο.
Αλλά ας κάνουμε τρεις ερωτήσεις.
Πόσα από αυτά τα χρήματα έχουν καθυστερήσει περισσότερο από έξι μήνες;
Πόσα οφείλονται από πελάτες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες;
Και πόσα θα εισπράξουμε πραγματικά;
Οι απαιτήσεις δεν έχουν όλες την ίδια ποιότητα.
Μάλιστα, όταν οι απαιτήσεις αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τις πωλήσεις, ενδέχεται να υπάρχει πρόβλημα στην πιστωτική πολιτική της εταιρείας.
Η επιχείρηση μπορεί να αναπτύσσεται εμπορικά, αλλά να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη των πελατών της αντί για τη δική της.
4. Αποθέματα: περιουσία ή δεσμευμένα κεφάλαια;
Ένα ακόμη σημείο που συχνά υποτιμάται είναι τα αποθέματα.
Μια εταιρεία εμφανίζει εμπορεύματα αξίας 700.000 ευρώ.
Είναι θετικό;
Εξαρτάται.
Εάν πρόκειται για προϊόντα με υψηλή ζήτηση που πωλούνται γρήγορα, τα αποθέματα μπορεί να υποστηρίζουν την ανάπτυξη.
Εάν όμως πρόκειται για εμπορεύματα που παραμένουν στις αποθήκες επί δύο ή τρία χρόνια, το ζήτημα είναι διαφορετικό.
Τα αποθέματα δεσμεύουν χρήματα, δημιουργούν κόστος αποθήκευσης και ενδέχεται να χάνουν την εμπορική τους αξία.
Ο επιχειρηματίας δεν πρέπει να ρωτά μόνο πόσο αξίζει λογιστικά η αποθήκη του.
Πρέπει να ρωτά πόσο γρήγορα μπορεί να μετατρέψει το απόθεμά του σε πωλήσεις και, τελικά, σε χρήμα.
5. Η μεγάλη παγίδα της ρευστότητας
Ας δούμε έναν απλό αριθμοδείκτη.
Η γενική ρευστότητα προκύπτει εάν διαιρέσουμε το κυκλοφορούν ενεργητικό με τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις.
Εάν μια εταιρεία διαθέτει κυκλοφορούν ενεργητικό 900.000 ευρώ και βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις 600.000 ευρώ, ο δείκτης είναι 1,5.
Δηλαδή, για κάθε ένα ευρώ βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων αντιστοιχούν 1,50 ευρώ κυκλοφορούντος ενεργητικού.
Ακούγεται καθησυχαστικό.
Τι γίνεται όμως εάν από τα 900.000 ευρώ τα 500.000 αφορούν επισφαλείς απαιτήσεις και άλλα 250.000 βραδυκίνητα αποθέματα;
Τότε η εικόνα αλλάζει σημαντικά.
Γι’ αυτό οι αριθμοδείκτες είναι χρήσιμοι, αλλά δεν πρέπει να διαβάζονται μηχανικά.
Ούτε υπάρχει ένας μαγικός αριθμός που να ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις.
Η ρευστότητα πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με τον κλάδο, τον κύκλο εισπράξεων και πληρωμών και την πραγματική ποιότητα του ενεργητικού.
6. Δανεισμός: πρόβλημα ή εργαλείο ανάπτυξης;
Υπάρχει μια αντίληψη ότι η καλή επιχείρηση είναι εκείνη που δεν χρωστά.
Δεν είναι πάντοτε σωστή.
Ο τραπεζικός δανεισμός μπορεί να αποτελεί σημαντικό εργαλείο ανάπτυξης, εφόσον χρησιμοποιείται για παραγωγικές επενδύσεις και εξυπηρετείται από τις ταμειακές ροές της επιχείρησης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα δανειζόμαστε.
Είναι για ποιον σκοπό δανειζόμαστε, με ποιο κόστος και με ποια δυνατότητα αποπληρωμής.
Μια εταιρεία με δανεισμό δύο εκατομμυρίων μπορεί να είναι απολύτως βιώσιμη, εφόσον δημιουργεί επαρκή λειτουργικά αποτελέσματα και ταμειακές ροές.
Αντίθετα, μια εταιρεία με πολύ μικρότερο δανεισμό μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες εάν δεν μπορεί να καλύψει τις επόμενες δόσεις της.
Εδώ αποκτά σημασία και το EBITDA, δηλαδή το αποτέλεσμα πριν από τόκους, φόρους και αποσβέσεις.
Είναι ένας χρήσιμος δείκτης λειτουργικής επίδοσης.
Αλλά προσοχή: το EBITDA δεν είναι ταμειακό διαθέσιμο.
Δεν πληρώνουμε δάνεια με EBITDA. Τα πληρώνουμε με χρήματα.
7. Τα ίδια κεφάλαια: η οικονομική βάση της εταιρείας
Τα ίδια κεφάλαια είναι η λογιστική διαφορά μεταξύ περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων.
Αποτελούν σημαντική ένδειξη της χρηματοοικονομικής αντοχής της εταιρείας.
Εάν μια επιχείρηση διαθέτει ενεργητικό 3.000.000 ευρώ και υποχρεώσεις 2.400.000 ευρώ, τα ίδια κεφάλαιά της είναι 600.000 ευρώ.
Εάν μια άλλη, με το ίδιο ενεργητικό, έχει υποχρεώσεις 1.200.000 ευρώ, τα ίδια κεφάλαιά της ανέρχονται σε 1.800.000 ευρώ.
Οι δύο επιχειρήσεις έχουν διαφορετική χρηματοδοτική δομή και ενδεχομένως διαφορετικές αντοχές απέναντι σε μια περίοδο κρίσης.
Η σύγκριση, βέβαια, δεν αρκεί από μόνη της για να κρίνουμε τη συνολική αξία ή την απόδοσή τους.
Για τις Ανώνυμες Εταιρείες υπάρχει και μια πρόσθετη διάσταση.
Όταν τα ίδια κεφάλαια υποχωρήσουν κάτω από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου, το Διοικητικό Συμβούλιο οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 119 παρ. 4 του Ν. 4548/2018, να συγκαλέσει Γενική Συνέλευση εντός έξι μηνών από τη λήξη της χρήσης, προκειμένου να αποφασιστεί η λύση της εταιρείας ή άλλο κατάλληλο μέτρο.
Επομένως, η παρακολούθηση της καθαρής θέσης δεν είναι μόνο θέμα οικονομικής αξιολόγησης. Μπορεί να συνδέεται και με συγκεκριμένες εταιρικές υποχρεώσεις.
8. Δύο επιχειρήσεις, ίδια κέρδη. Ίδια οικονομική υγεία;
Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό παράδειγμα.
Δύο Ανώνυμες Εταιρείες δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο.
Και οι δύο έχουν κύκλο εργασιών 2.000.000 ευρώ και καθαρά κέρδη 150.000 ευρώ.
| Οικονομικό στοιχείο | Εταιρεία Α | Εταιρεία Β |
|---|---|---|
| Κύκλος εργασιών | 2.000.000 € | 2.000.000 € |
| Καθαρά κέρδη | 150.000 € | 150.000 € |
| Ταμείο και τράπεζες | 300.000 € | 20.000 € |
| Απαιτήσεις πελατών | 200.000 € | 850.000 € |
| Αποθέματα | 250.000 € | 400.000 € |
| Τραπεζικός δανεισμός | 100.000 € | 650.000 € |
| Ίδια κεφάλαια | 1.100.000 € | 450.000 € |
Οι δύο εταιρείες εμφανίζουν ακριβώς τα ίδια κέρδη.
Όμως η δεύτερη διαθέτει πολύ λιγότερα μετρητά, έχει σημαντικά υψηλότερες απαιτήσεις από πελάτες, μεγαλύτερα αποθέματα και υψηλότερο τραπεζικό δανεισμό.
Είναι λοιπόν οικονομικά ισοδύναμες;
Όχι απαραίτητα.
Η δεύτερη εταιρεία εμφανίζει ενδείξεις που απαιτούν πιο προσεκτική εξέταση της ρευστότητας, της εισπραξιμότητας των απαιτήσεων και της χρηματοδοτικής της δομής.
Για οριστική αξιολόγηση θα χρειαστούμε περισσότερα στοιχεία, όπως τις λήξεις των υποχρεώσεων και τις ταμειακές ροές.
Το παράδειγμα όμως αποδεικνύει κάτι σημαντικό.
Τα ίδια κέρδη δεν σημαίνουν ίδια οικονομική κατάσταση.
9. Η σύγκριση με πέρυσι είναι συχνά σημαντικότερη από τον ίδιο τον αριθμό
Ένας ισολογισμός παρουσιάζει την οικονομική θέση μιας εταιρείας σε συγκεκριμένη ημερομηνία.
Είναι μια φωτογραφία.
Όταν όμως συγκρίνουμε τρεις ή τέσσερις διαδοχικές χρήσεις, αρχίζουμε να βλέπουμε την πραγματική πορεία της επιχείρησης.
Αυξάνονται οι πωλήσεις;
Βελτιώνεται το μικτό περιθώριο;
Μεγαλώνουν οι απαιτήσεις ταχύτερα από τον τζίρο;
Αυξάνεται ο δανεισμός;
Μειώνονται τα ίδια κεφάλαια;
Μια αρνητική μεταβολή δεν σημαίνει απαραίτητα πρόβλημα. Μπορεί να συνδέεται με μια επένδυση ή με προσωρινές συνθήκες.
Όταν όμως η ίδια τάση επαναλαμβάνεται για αρκετά χρόνια, η διοίκηση οφείλει να την εξετάσει σοβαρά.
10. Τελικά, τι πρέπει να ζητά ο επιχειρηματίας από τον λογιστή του;
Θα έλεγα κάτι πολύ συγκεκριμένο.
Όχι απλώς έναν ισολογισμό.
Μια σύντομη οικονομική ανάλυση που να απαντά σε πέντε βασικά ερωτήματα:
- Πόσο πραγματικά κερδίζουμε και πώς μεταβάλλεται η κερδοφορία μας;
- Πόσα χρήματα δημιουργεί η λειτουργία της επιχείρησης;
- Πού είναι δεσμευμένα τα κεφάλαιά μας;
- Ποιες υποχρεώσεις και ποιοι κίνδυνοι μάς περιμένουν τους επόμενους μήνες;
- Ποιες αποφάσεις πρέπει να πάρουμε για να βελτιώσουμε την οικονομική μας θέση;
Η οικονομική ανάλυση δεν χρειάζεται να είναι μια πολυσέλιδη μελέτη γεμάτη δυσνόητους αριθμοδείκτες.
Μπορεί να είναι μια ουσιαστική παρουσίαση λίγων σελίδων, με συγκριτικά στοιχεία, παρατηρήσεις και συγκεκριμένες προτάσεις.
Αρκεί να υπάρχει η διάθεση να χρησιμοποιηθεί.
Ο λογιστής δεν πρέπει απλώς να συντάσσει τον ισολογισμό. Πρέπει να βοηθά να τον κατανοήσουμε.
Η εξέλιξη της τεχνολογίας, η αυτοματοποίηση των καταχωρίσεων και η ψηφιοποίηση των συναλλαγών αλλάζουν σταδιακά το περιεχόμενο της λογιστικής εργασίας.
Όσο περισσότερες διαδικασίες αυτοματοποιούνται, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η ανάλυση, η ερμηνεία και η συμβουλευτική υποστήριξη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λογιστής υποκαθιστά τη διοίκηση.
Η ευθύνη των επιχειρηματικών αποφάσεων παραμένει σε εκείνους που διοικούν την εταιρεία.
Σημαίνει όμως ότι η σχέση επιχειρηματία και λογιστή πρέπει να εξελίσσεται.
Από τη συζήτηση για το πόσος φόρος προκύπτει, στη συζήτηση για το γιατί μειώνεται το περιθώριο κέρδους.
Από την απλή υποβολή των οικονομικών καταστάσεων, στην ανάλυση της ρευστότητας.
Από την καταγραφή των γεγονότων, στην έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων.
Και από τη λογιστική πληροφόρηση, στην ουσιαστική υποστήριξη της διοίκησης.
Επίλογος: Το σημαντικό δεν είναι να έχεις ισολογισμό. Είναι να ξέρεις τι σου λέει.
Δεν χρειάζεται κάθε επιχειρηματίας να γνωρίζει λογιστική σε βάθος.
Δεν χρειάζεται να μπορεί να συντάξει οικονομικές καταστάσεις ή να υπολογίσει μόνος του όλους τους αριθμοδείκτες.
Χρειάζεται όμως να γνωρίζει τι πρέπει να ρωτήσει.
Να μπορεί να καταλάβει γιατί μια εταιρεία εμφανίζει κέρδη αλλά δυσκολεύεται να πληρώσει.
Γιατί αυξάνεται ο τζίρος αλλά μειώνεται η κερδοφορία.
Γιατί οι απαιτήσεις και τα αποθέματα μπορεί να κρύβουν προβλήματα.
Και γιατί η οικονομική ισχύς μιας επιχείρησης δεν αποτυπώνεται σε έναν μόνο αριθμό.
Ο ισολογισμός δεν είναι μια τυπική υποχρέωση που ολοκληρώνεται με μια υπογραφή.
Είναι μια ευκαιρία να κοιτάξουμε την επιχείρησή μας με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα.
Να δούμε όχι μόνο τι πετύχαμε, αλλά και τι πρέπει να διορθώσουμε.
Γιατί, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι να έχεις έναν ισολογισμό που δεν καταλαβαίνεις. Το πρόβλημα είναι να διοικείς μια επιχείρηση χωρίς να γνωρίζεις τι προσπαθεί να σου πει ο ισολογισμός της.
Λάμπρος Μπέλεσης
Πρόεδρος ΠΑΕΛΟ
Μέλος Δ.Σ. ΕΒΕΑ