ανάγνωση σε: 13 λεπτά
Η έκδοση απόδειξης λιανικής δεν αρκεί σε κάθε αποστολή αγαθών μέσω ταχυμεταφοράς. Η φορολογική αντιμετώπιση εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο το παραστατικό αξίας συνοδεύει τη διακίνηση και από το αν πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις εξαίρεσης από την ψηφιακή παρακολούθηση.
Η αποστολή μιας λιανικής πώλησης μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών δημιουργεί δύο διακριτές υποχρεώσεις που δεν πρέπει να συγχέονται: την έκδοση του παραστατικού που τεκμηριώνει την πώληση και την ορθή τεκμηρίωση της διακίνησης των αγαθών.
Το γεγονός ότι έχει εκδοθεί απόδειξη λιανικής δεν σημαίνει, σε κάθε περίπτωση, ότι καλύπτεται και η μεταφορά του εμπορεύματος. Το κρίσιμο στοιχείο είναι αν η συγκεκριμένη συναλλαγή εξακολουθεί να εμπίπτει στην εξαίρεση της λιανικής ή αν απαιτείται πλέον ψηφιακό παραστατικό διακίνησης.
Η εξαίρεση της λιανικής και ο ειδικός κανόνας για τις αποστολές
Η Α.1122/2024 εξαιρεί καταρχήν τις συναλλαγές λιανικής από την υποχρέωση έκδοσης ψηφιακού παραστατικού διακίνησης, εφόσον η διακίνηση συνοδεύεται από παραστατικό αξίας.
Στις αποστολές μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών ή εταιρειών ταχυμεταφορών προβλέπεται ειδικότερη αντιμετώπιση.
Με την Α.1145/2025 ορίστηκε ότι η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται όταν το παραστατικό αξίας δεν τοποθετείται σε εμφανές και άμεσα προσβάσιμο σημείο επί του μεταφερόμενου αντικειμένου ή δεν μπορεί να επιδειχθεί άμεσα από τον μεταφορέα.
Συνεπώς, η ύπαρξη ΑΛΠ δεν εξετάζεται αυτοτελώς. Πρέπει να εξετάζεται και ο τρόπος με τον οποίο το παραστατικό συνοδεύει τη συγκεκριμένη αποστολή.

Απόδειξη μέσα στο δέμα: δεν πληρούται η ειδική προϋπόθεση
Στην πράξη είναι συνηθισμένο ένα ηλεκτρονικό κατάστημα να εκδίδει την απόδειξη λιανικής και να την τοποθετεί μέσα στο κλειστό δέμα μαζί με το προϊόν.
Η πώληση διαθέτει παραστατικό αξίας. Η ειδική προϋπόθεση όμως που προβλέπεται για την εξαίρεση της αποστολής μέσω courier δεν πληρούται, διότι το παραστατικό δεν βρίσκεται σε εμφανές και άμεσα προσβάσιμο σημείο επί του μεταφερόμενου αντικειμένου.
Η διάκριση είναι ουσιώδης.
Η ορθή έκδοση της απόδειξης καλύπτει τη λιανική συναλλαγή. Δεν καλύπτει κατ’ ανάγκη και τη διακίνηση.
Αντίθετα, όταν το παραστατικό αξίας βρίσκεται επί του αντικειμένου κατά τρόπο εμφανή και άμεσα προσβάσιμο και μπορεί να επιδειχθεί χωρίς καθυστέρηση από τον μεταφορέα, η συγκεκριμένη λιανική αποστολή μπορεί να παραμείνει εντός της προβλεπόμενης εξαίρεσης.
Στην περίπτωση αυτή δεν υποκαθίσταται ένα ψηφιακό παραστατικό διακίνησης από την απόδειξη. Απλώς δεν δημιουργείται υποχρέωση έκδοσης αυτοτελούς ψηφιακού παραστατικού για τη συγκεκριμένη μεταφορά.
Η ηλεκτρονική απόδειξη προς τον πελάτη δεν καλύπτει αυτομάτως τη διακίνηση
Η αποστολή της απόδειξης με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς τον καταναλωτή αφορά τη διάθεση του φορολογικού στοιχείου στον πελάτη.
Η απαίτηση της ψηφιακής διακίνησης αφορά διαφορετικό αντικείμενο.
Για την εφαρμογή της ειδικής εξαίρεσης στις ταχυμεταφορές εξετάζεται αν το παραστατικό αξίας συνοδεύει το μεταφερόμενο αντικείμενο με τον τρόπο που απαιτεί η σχετική απόφαση.
Κατά συνέπεια, η ύπαρξη της απόδειξης μόνο στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή στο κινητό του πελάτη δεν αρκεί από μόνη της για την εφαρμογή της εξαίρεσης.
Αντίστοιχα, το voucher, το barcode ή ο αριθμός παρακολούθησης της courier δεν αποτελούν φορολογικό παραστατικό αξίας ή διακίνησης.
Οι τρεις διαφορετικοί λογιστικοί χειρισμοί
Η πρακτική εφαρμογή οδηγεί σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις.
Στην πρώτη, εκδίδεται απλή απόδειξη λιανικής και πληρούνται οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης. Δεν απαιτείται ξεχωριστό ψηφιακό παραστατικό διακίνησης.
Στη δεύτερη, εκδίδεται ΑΛΠ τύπου 11.1 με ένδειξη «Διακίνηση Αποθεμάτων», η οποία περιλαμβάνει τόσο τα στοιχεία αξίας όσο και τα απαιτούμενα δεδομένα διακίνησης.
Στην τρίτη, η απόδειξη λιανικής εκδίδεται χωριστά από το ψηφιακό παραστατικό διακίνησης, όπως το Δελτίο Αποστολής τύπου 9.3.
Η επιλογή δεν γίνεται με βάση μια γενική αρχή ότι «υπάρχει απόδειξη», αλλά με βάση τον τρόπο έκδοσης του παραστατικού, το κανάλι έκδοσης και το αν η συγκεκριμένη διακίνηση εμπίπτει ή όχι στην εξαίρεση.
Η περίπτωση έκδοσης μέσω ΦΗΜ
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η λιανική απόδειξη εκδίδεται μέσω Φορολογικού Ηλεκτρονικού Μηχανισμού.
Στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει υποχρέωση ψηφιακού παραστατικού διακίνησης, η διοικητική καθοδήγηση προβλέπει διακριτή έκδοση του παραστατικού αξίας και του παραστατικού διακίνησης.
Η διάκριση εξυπηρετεί και την ορθή ενημέρωση του myDATA, ώστε η αξία της ίδιας συναλλαγής να μην αποτυπώνεται εσφαλμένα ή διπλά.
Συνεπώς, μια κοινή απόδειξη ΦΗΜ δεν μετατρέπεται σε ψηφιακό παραστατικό διακίνησης με την απλή προσθήκη μιας περιγραφής ή ένδειξης. Απαιτείται ο ορθός τύπος παραστατικού και η αντίστοιχη διαβίβαση.
Το QR της ταχυμεταφοράς και το QR της ψηφιακής διακίνησης
Τα περισσότερα δέματα φέρουν barcode ή QR που χρησιμοποιεί η εταιρεία ταχυμεταφορών για την παρακολούθηση της αποστολής.
Η λειτουργία αυτή είναι ανεξάρτητη από τη φορολογική παρακολούθηση της διακίνησης.
Το QR που συνδέεται με ψηφιακό παραστατικό διακίνησης αντιστοιχεί σε δεδομένα που έχουν διαβιβαστεί στην ΑΑΔΕ και εξυπηρετεί διαφορετική ελεγκτική λειτουργία.
Κατά συνέπεια, το QR ή το tracking label της courier δεν πρέπει να θεωρείται ότι καλύπτει από μόνο του την υποχρέωση ψηφιακής διακίνησης.
Χρόνος έκδοσης και διαβίβασης πριν από την έναρξη της μεταφοράς
Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται ψηφιακό παραστατικό διακίνησης, τα δεδομένα πρέπει να έχουν διαβιβαστεί πριν από την έναρξη της μεταφοράς.
Η υποχρέωση αυτή επηρεάζει άμεσα την εσωτερική λειτουργία της επιχείρησης.
Η παραγγελία, η προετοιμασία του προϊόντος, η έκδοση του φορολογικού στοιχείου και η έκδοση ή διαβίβαση του παραστατικού διακίνησης πρέπει να προηγούνται της φυσικής αναχώρησης των αγαθών.
Για τις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου, συνεπώς, η ψηφιακή διακίνηση αποτελεί λειτουργία που πρέπει να ενσωματώνεται στο εμπορικό πρόγραμμα και στη διαδικασία αποθήκης και όχι να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μεταγενέστερη λογιστική εργασία.
Αντικαταβολή και χρόνος έκδοσης της απόδειξης
Η αντικαταβολή αποτελεί τρόπο εξόφλησης της συναλλαγής και δεν δημιουργεί ειδική εξαίρεση από τις υποχρεώσεις διακίνησης.
Παράλληλα, ο χρόνος έκδοσης του στοιχείου λιανικής και ο χρόνος τεκμηρίωσης της διακίνησης αποτελούν δύο διαφορετικά ζητήματα.
Τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα προβλέπουν ειδικούς κανόνες για τον χρόνο έκδοσης του στοιχείου λιανικής όταν η παράδοση των αγαθών πραγματοποιείται μέσω τρίτου. Η δυνατότητα αυτή όμως δεν σημαίνει ότι ένα παραστατικό που δεν έχει ακόμη εκδοθεί μπορεί να θεωρηθεί ότι συνοδεύει τη μεταφορά.
Για την εφαρμογή της εξαίρεσης πρέπει να υπάρχει κατά την έναρξη της διακίνησης το παραστατικό αξίας που απαιτείται για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι υποχρεώσεις του πωλητή δεν μεταφέρονται στην courier
Η εταιρεία ταχυμεταφορών διαθέτει δικό της σύστημα παρακολούθησης και έχει αυτοτελείς υποχρεώσεις για τη διαχείριση των αποστολών της.
Αυτό δεν απαλλάσσει τον αποστολέα από την υποχρέωση να έχει εκδώσει το κατάλληλο φορολογικό παραστατικό πριν από την έναρξη της διακίνησης.
Για τα κέντρα διαλογής των εταιρειών ταχυμεταφοράς προβλέπεται ειδική αντιμετώπιση, εφόσον το εσωτερικό ηλεκτρονικό σύστημα παρέχει σε πραγματικό χρόνο τις απαιτούμενες πληροφορίες και αυτές είναι διαθέσιμες στον φορολογικό έλεγχο.
Η ειδική αυτή ρύθμιση αφορά τις εσωτερικές διακινήσεις του δικτύου της courier. Δεν καλύπτει παράλειψη του αρχικού αποστολέα.
Η ισχύουσα φάση της ψηφιακής διακίνησης
Η πρώτη φάση της ψηφιακής παρακολούθησης διακίνησης εφαρμόζεται ήδη υποχρεωτικά για το σύνολο των υπόχρεων οντοτήτων.
Με την Α.1198/2026 μετατέθηκε η επόμενη φάση εφαρμογής.
Η Φάση Β1, που αφορά μεταξύ άλλων φόρτωση, μεταφόρτωση, παραλαβή, ιχνηλασιμότητα και ποσοτικό έλεγχο, τίθεται σε υποχρεωτική εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Η Φάση Β2, που αφορά την ενιαία κωδικοποίηση ειδών, μεταφέρεται στην 1η Ιανουαρίου 2028.
Η μετάθεση των επόμενων σταδίων δεν αναστέλλει τις υποχρεώσεις της πρώτης φάσης που ισχύουν ήδη.
Διαφορετική παράβαση η έλλειψη παραστατικού και διαφορετική η μη διαβίβαση
Η ορθή αξιολόγηση των κυρώσεων απαιτεί διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων.
Η πρώτη αφορά τη διακίνηση αγαθών χωρίς την ύπαρξη του απαιτούμενου παραστατικού διακίνησης. Για την παράβαση αυτή προβλέπεται πρόστιμο 5.000 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για οντότητα που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα και 10.000 ευρώ για οντότητα με διπλογραφικό λογιστικό σύστημα.
Η δεύτερη αφορά την παράβαση της υποχρέωσης ηλεκτρονικής διαβίβασης ψηφιακού παραστατικού στο myDATA. Πρόκειται για αυτοτελή παράβαση, με διαφορετικό καθεστώς προστίμων.
Επομένως δεν είναι ακριβής η γενική διατύπωση ότι κάθε παράβαση σχετική με το ψηφιακό δελτίο αποστολής επισύρει πρόστιμο 10.000 ευρώ. Πρέπει να προσδιορίζεται ποια υποχρέωση παραβιάστηκε.
Παράδειγμα εφαρμογής σε ηλεκτρονικό κατάστημα
Ηλεκτρονικό κατάστημα πωλεί προϊόν αξίας 80 ευρώ σε ιδιώτη καταναλωτή.
Η ΑΛΠ εκδίδεται κανονικά και τοποθετείται μέσα στο κλειστό δέμα. Στη συνέχεια το δέμα παραδίδεται στην εταιρεία ταχυμεταφορών.
Η λιανική πώληση έχει τεκμηριωθεί με παραστατικό αξίας. Η συγκεκριμένη διακίνηση όμως δεν πληροί την ειδική προϋπόθεση της εξαίρεσης, επειδή το παραστατικό δεν είναι εμφανές και άμεσα προσβάσιμο κατά τη μεταφορά.
Αντίθετα, εφόσον το παραστατικό αξίας βρίσκεται επί του μεταφερόμενου αντικειμένου με τρόπο που πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις και μπορεί να επιδειχθεί άμεσα από τον μεταφορέα, η ίδια λιανική συναλλαγή μπορεί να παραμείνει εκτός υποχρέωσης αυτοτελούς ψηφιακού παραστατικού διακίνησης.
Η φορολογική αξία της συναλλαγής δεν αλλάζει. Αυτό που διαφοροποιείται είναι η τεκμηρίωση της φυσικής μεταφοράς των αγαθών.
Ο λογιστικός έλεγχος πριν από την αποστολή
Η επιχείρηση και ο λογιστής πρέπει να εξετάζουν πριν από κάθε κατηγορία αποστολών αν έχει εκδοθεί το κατάλληλο παραστατικό αξίας, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξαίρεσης της λιανικής και, όταν αυτές δεν πληρούνται, αν έχει εκδοθεί και διαβιβαστεί εγκαίρως το απαιτούμενο ψηφιακό παραστατικό διακίνησης.
Η συμμόρφωση δεν εξαρτάται μόνο από το λογιστήριο. Επηρεάζει το εμπορικό πρόγραμμα, τη διαχείριση αποθήκης, τη διαδικασία συσκευασίας και τον χρόνο παράδοσης της παραγγελίας στην εταιρεία ταχυμεταφορών.
Η βασική αρχή είναι συγκεκριμένη:
Στη λιανική πώληση με courier δεν αρκεί η έκδοση της απόδειξης. Πρέπει να εξετάζεται αν το συγκεκριμένο παραστατικό, με τον τρόπο που συνοδεύει την αποστολή, καλύπτει και τη διακίνηση.
Πηγές – Τεκμηρίωση
- Ν. 4308/2014, Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, άρθρα 5 και 13, όπως ισχύουν.
- Α.1122/2024, όπως ισχύει.
- Α.1123/2024, όπως ισχύει.
- Α.1145/2025.
- Ε.2030/2025.
- Ε.2016/2026.
- Α.1198/2026.
- Ν. 5104/2024, Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, όπως ισχύει.
- ΑΑΔΕ, Συχνές Ερωτήσεις και Απαντήσεις για τα Ψηφιακά Παραστατικά Διακίνησης.