Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Taxvoice

Φοροδιαφυγή, Απόψεις, Λογιστές, Μισθοδοσία, Νομικά Θέματα

Το «κέρασμα» που πληρώσαμε ακριβά: Πώς περνούσε κάτω από τα ραντάρ της ΑΑΔΕ η φοροδιαφυγή της πιτσαρίας

forodiafygi pitsarias ti isxyei telika

ανάγνωση σε: 15 λεπτά

του Νικόλαου Σπυρόπουλου, Σύμβουλος Ψηφιακών Συναλλαγών και Φορολογικής Συμμόρφωσης – Συγγραφέας

Μια υπόθεση φερόμενης φοροδιαφυγής εκατομμυρίων χρειάζεται να εξηγηθεί με ακρίβεια, να κριθεί από τη Δικαιοσύνη και να αξιοποιηθεί για την εκπαίδευση επιχειρηματιών και πολιτών. Η διαφορά ανάμεσα στην αλλοίωση του Ζ και στη μη έκδοση απόδειξης, η αξία των ψηφιακών ιχνών και οι προτάσεις για να συνδέεται η πραγματική διακίνηση με τη φορολογική της αποτύπωση.

του Νικόλαου Σπυρόπουλου, Σύμβουλος Ψηφιακών Συναλλαγών και Φορολογικής Συμμόρφωσης – Συγγραφέας

Ένα «πάρτι» εκατομμυρίων, εφόσον επιβεβαιωθούν όσα αποδίδονται στους εμπλεκομένους, αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Τα χρήματα που δεν αποδίδονται στο Δημόσιο λείπουν από τις κοινές μας ανάγκες. Ταυτόχρονα, μια επιχείρηση που αποκρύπτει πωλήσεις αποκτά αθέμιτο πλεονέκτημα απέναντι σε εκείνη που εκδίδει τα παραστατικά της και πληρώνει τις υποχρεώσεις της.

Το ότι αποκαλύφθηκε ο φερόμενος μηχανισμός είναι θετικό.

Το πώς λειτουργούσε, πώς εντοπίστηκε και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτόν είναι ερωτήματα που αξίζουν μια σοβαρή συζήτηση.

Πριν καταθέσω την άποψή μου, θέλω να είμαι σαφής. Δεν έχω στα χέρια μου τη δικογραφία και δεν είμαι δικαστής. Τοποθετούμαι με βάση τις επίσημες ανακοινώσεις και όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, μέσα από την εμπειρία μου ως προγραμματιστής, συγγραφέας και σύμβουλος ψηφιακών συναλλαγών φορολογικής συμμόρφωσης. Οι ευθύνες κάθε προσώπου θα κριθούν από τα αρμόδια όργανα, με σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας.

Το χρονικό ξεκινά από μια καταγγελία για πιθανές παραβάσεις της εργατικής, ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας. Ακολούθησαν εισαγγελική παραγγελία και πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, σε συνεργασία με την ΑΑΔΕ. Στις 22 Οκτωβρίου 2026 πραγματοποιήθηκε αστυνομική επιχείρηση σε Αττική και Θεσσαλονίκη.

Στην ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. της 23ης Οκτωβρίου, η εκτιμώμενη ζημιά του Δημοσίου από τη μη απόδοση φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ για την περίοδο 2016 έως 2026 υπερβαίνει τα 35 εκατ. ευρώ. Η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη εκτιμάται σε περισσότερα από 150 εκατ. ευρώ. Είναι διαφορετικά μεγέθη: το ένα αφορά τους φόρους που εκτιμάται ότι χάθηκαν και το άλλο τη φορολογητέα ύλη που φέρεται να αποκρύφθηκε.

Σύμφωνα με την περιγραφή των Αρχών, οι παραγγελίες καταχωρίζονταν στο κεντρικό σύστημα και προωθούνταν στα καταστήματα. Σε επιλεγμένες παραγγελίες εμφανιζόταν η λειτουργία «κέρασμα», μέσω της οποίας ολοκληρωνόταν η παραγγελία χωρίς την προβλεπόμενη απόδειξη. Η εσωτερική καταγραφή, ωστόσο, παρέμενε διαθέσιμη για την παρακολούθηση των πραγματικών εσόδων.

Τα σχετικά ρεπορτάζ αναφέρουν επιλογή παραγγελιών έως 40 ευρώ, με πληρωμή σε μετρητά και παράδοση ή παραλαβή από το κατάστημα. Το κρίσιμο στοιχείο προς απόδειξη είναι εάν υπήρξε πραγματική είσπραξη για συναλλαγές που εμφανίζονταν ως «κεράσματα».

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Μια πληρωμένη πώληση δεν μετατρέπεται σε δωρεάν προσφορά επειδή πήρε διαφορετική ονομασία μέσα σε ένα πρόγραμμα.

Χρειάζεται, όμως, να ξεκαθαρίσουμε και κάτι που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: η αλλοίωση των Ζ και η μη έκδοση απόδειξης είναι διαφορετικοί μηχανισμοί απόκρυψης συναλλαγών.

Το Ζ είναι το δελτίο ημερήσιας κίνησης της ταμειακής μηχανής (ή ενός φορολογικού μηχανισμού) και αποτυπώνει τα αντίστοιχα ημερήσια σύνολα. Η παράνομη επέμβαση στη λειτουργία του μηχανισμού ή στα φορολογικά αρχεία μπορεί να αποσκοπεί στην αλλοίωση αυτής της αποτύπωσης.

Ας χρησιμοποιήσουμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Πραγματοποιούνται πωλήσεις 100 ευρώ και εκδίδονται οι σχετικές αποδείξεις. Μια παράνομη παρέμβαση αλλοιώνει τις φορολογικές καταγραφές, ώστε στην ημερήσια αποτύπωση να εμφανίζονται 40 ευρώ. Τα υπόλοιπα 60 ευρώ επιχειρείται να αποκρυφθούν μέσω της παραποίησης. Το παράδειγμα εξηγεί το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επέμβασης, χωρίς να περιγράφει τον τεχνικό τρόπο υλοποίησής της ή να αποδίδει αυτήν τη μέθοδο στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Στη μη έκδοση απόδειξης, το σημείο της παράβασης είναι διαφορετικό. Η παραγγελία εκτελείται, το προϊόν παραδίδεται, ο πελάτης πληρώνει, αλλά η συναλλαγή δεν οδηγείται στην προβλεπόμενη έκδοση φορολογικού παραστατικού. Μπορεί να παραμένει καταγεγραμμένη στο εμπορικό σύστημα, χωρίς να αποκτά τη φορολογική αποτύπωση που οφείλει να έχει.

Και οι δύο πρακτικές είναι παράνομες όταν εφαρμόζονται για την απόκρυψη πραγματικών πωλήσεων. Στην πρώτη αλλοιώνεται η φορολογική καταγραφή. Στη δεύτερη παρακάμπτεται η έκδοση του παραστατικού. Μπορούν επίσης να συνυπάρχουν περισσότερες παρεμβάσεις στο ίδιο σύστημα. Ο ακριβής χαρακτηρισμός τους και οι ευθύνες απαιτούν έλεγχο των πραγματικών δεδομένων.

Γι’ αυτό έχει σημασία να χρησιμοποιούμε με ακρίβεια και τον όρο «παράνομο λογισμικό». Μια αναφορά δεδομένων, το λεγόμενο reporting, ή ένα ερώτημα σε μια βάση δεδομένων, το query, αποτελούν συνηθισμένες λειτουργίες ενός επιχειρησιακού προγράμματος. Δεν είναι από μόνα τους παράνομα.

Όταν, όμως, μια λειτουργία χρησιμοποιείται για την παράκαμψη της νόμιμης έκδοσης αποδείξεων ή για την παραποίηση φορολογικών καταγραφών, το ζήτημα είναι ουσιαστικά διαφορετικό. Το ότι μια εφαρμογή παράγει και χρήσιμες αναφορές δεν νομιμοποιεί τις υπόλοιπες λειτουργίες της. Αντίστοιχα, η ιδιότητα του προγραμματιστή δεν αποδεικνύει από μόνη της γνώση ή συμμετοχή σε παράβαση. Αυτά χρειάζονται συγκεκριμένα στοιχεία.

Ανάλογη ακρίβεια απαιτείται στα «δώρα» και στις αυτοπαραδόσεις. Σε μια πραγματική δωρεάν διάθεση εξετάζονται ο σκοπός της, η απαιτούμενη τεκμηρίωση, οι κανόνες διακίνησης και η ενδεχόμενη υποχρέωση αυτοπαράδοσης για τον ΦΠΑ. Υπάρχουν ειδικές προϋποθέσεις και εξαιρέσεις. Δεν υπάρχει ένα γενικό δικαίωμα να βαφτίζονται εισπραγμένες πωλήσεις «δώρα», ανάλογα με τον ΑΦΜ ή τον τζίρο.

Η αυτοπαράδοση, όπου απαιτείται, συνδέεται με απόδοση ΦΠΑ και δεν επιτρέπεται η έκπτωση του ΦΠΑ των αγορών. Το δελτίο διακίνησης τεκμηριώνει τη μεταφορά των αγαθών και την συναλλαγή, ενώ το κατάλληλο παραστατικό αποτυπώνει τη φορολογική αντιμετώπιση της πράξης. Οι διαδικασίες πρέπει να συνδέονται σωστά, σύμφωνα με τα πραγματικά γεγονότα.

Το επόμενο ερώτημα είναι γιατί ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να μην εντοπιστεί νωρίτερα από τις αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις. Δεν γνωρίζουμε ποιο σύστημα ανάλυσης χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη έρευνα ή ποιες ενδείξεις είχαν προηγουμένως αξιολογηθεί. Δεν θα ήταν σοβαρό να αποδώσουμε αυθαίρετα επιτυχία ή αποτυχία στην τεχνητή νοημοσύνη της ΑΑΔΕ.

Μπορούμε, όμως, να εξηγήσουμε το βασικό πρόβλημα. Όταν ένα παραστατικό δεν εκδίδεται, δεν δημιουργείται και το αντίστοιχο ψηφιακό ίχνος του. Για να εντοπιστεί η παράλειψη, ο έλεγχος χρειάζεται άλλες πληροφορίες που να δείχνουν ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε: στοιχεία παραγγελιών, εισπράξεις, παραδόσεις, αγορές πρώτων υλών ή ευρήματα επιτόπιου ελέγχου.

Η ύπαρξη κοινού τηλεφωνικού κέντρου και καταστημάτων με διαφορετικά ΑΦΜ είναι συμβατή με τη λειτουργία ενός δικτύου franchise. Ούτε η αύξηση του τζίρου με ταυτόχρονη μείωση των κερδών αποδεικνύει από μόνη της φοροδιαφυγή. Μπορεί να υπάρχουν πραγματικές μεταβολές στο κόστος και στις δαπάνες. Ελεγκτική αξία αποκτούν οι συνδυασμοί στοιχείων και οι αποκλίσεις που δεν εξηγούνται επαρκώς.

Κατά την τεχνική μου εκτίμηση, η αξία των ψηφιακών εργαλείων αναδεικνύεται ακριβώς εδώ. Οι καταγραφές παραγγελιών και οι υπόλοιπες διαθέσιμες πληροφορίες επιτρέπουν να ανασυντεθεί μια δραστηριότητα και να ελεγχθεί η σχέση της με τις δηλωμένες πωλήσεις. Χωρίς τέτοια ίχνη, η χαρτογράφηση ενός σύνθετου μηχανισμού θα ήταν πολύ δυσκολότερη. Η συνεργασία των υπηρεσιών και η αξιοποίηση πληροφοριών είναι μέρος της λύσης.

Η υπόθεση, όπως περιγράφεται, αναδεικνύει ένα ακόμη κεφάλι της Λερναίας Ύδρας της φοροδιαφυγής. Ένα τέχνασμα που φέρεται να αξιοποιούσε τη διαφορά ανάμεσα στην εμπορική καταγραφή και στη φορολογική έκδοση. Η αποκάλυψή του χρειάζεται να αξιοποιηθεί για να περιοριστούν αντίστοιχα περιθώρια στο μέλλον.

Η δική μου πρόταση είναι να συνδέεται ελέγξιμα κάθε πραγματική παράδοση με την παραγγελία και τη φορολογική της αντιμετώπιση. Να μπορεί δηλαδή να απαντηθεί αν το προϊόν που έφυγε από το κατάστημα πουλήθηκε, δόθηκε πραγματικά δωρεάν, επιστράφηκε ή τελικά δεν παραδόθηκε.

Εδώ η ψηφιακή διακίνηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Μπορεί να προσθέσει ένα ακόμη ίχνος, πέρα από το παραστατικό αξίας, ώστε να εντοπίζονται παραδόσεις που δεν συμφωνούν με τις πωλήσεις ή με τις δηλωμένες δωρεάν διαθέσεις. Για να λειτουργήσει, όμως, χρειάζεται σωστή σύνδεση των δεδομένων και έλεγχος της πληρότητάς τους.

Στο ισχύον πλαίσιο υπάρχουν εξαιρέσεις για λιανικές συναλλαγές που συνοδεύονται από παραστατικό αξίας, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πρότασή μου αφορά την αξιολόγηση στοχευμένων συμπληρώσεων, ιδιαίτερα εκεί όπου η παραγγελία, η παράδοση και η έκδοση παραστατικού μπορούν να αποσυνδεθούν. Χρειάζονται λειτουργικές δικλείδες, με εύλογο κόστος για τις συνεπείς επιχειρήσεις.

Αν κάποιος παραλείπει τόσο την απόδειξη όσο και την αρχική καταγραφή της διακίνησης, η απλή ύπαρξη μιας ψηφιακής εφαρμογής δεν αρκεί. Χρειάζονται ανεξάρτητα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την πραγματική αναχώρηση και παράδοση, καθώς και στοχευμένοι επιτόπιοι έλεγχοι. Η καταχώριση, η διασταύρωση και ο φυσικός έλεγχος πρέπει να λειτουργούν μαζί.

Οι ίδιες αρχές πρέπει να ισχύουν είτε χρησιμοποιείται ιδιόκτητο δίκτυο διανομέων είτε συνεργαζόμενη πλατφόρμα. Το κρίσιμο είναι ποια στοιχεία υπάρχουν, ποιος τα τηρεί και πώς μπορούν νόμιμα να διασταυρωθούν. Η επιλογή τρόπου διανομής δεν αποδεικνύει παρανομία, όπως και η εργασία ενός διανομέα δεν αποδεικνύει γνώση του φορολογικού χειρισμού μιας παραγγελίας.

Μια ακόμη πάγια πρότασή μου είναι η ΑΑΔΕ να αξιοποιεί τέτοιες υποθέσεις ως μελέτες περίπτωσης, στον βαθμό που επιτρέπουν η εξέλιξη της διαδικασίας, το φορολογικό απόρρητο και η προστασία των προσώπων. Με απλή γλώσσα να εξηγεί ποια ήταν η απόκλιση, ποιες διασταυρώσεις την ανέδειξαν και ποιες υποχρεώσεις πρέπει να γνωρίζει ο επιχειρηματίας.

Αυτή η γνώση είναι χρήσιμη και για τους λογιστές. Η σύγχυση ανάμεσα σε αλλοίωση Ζ, μη έκδοση απόδειξης, μη διαβίβαση δεδομένων και πραγματική δωρεάν διάθεση δυσκολεύει την ενημέρωση της αγοράς. Κάθε περίπτωση χρειάζεται τη σωστή περιγραφή και τον αντίστοιχο έλεγχο.

Θεωρώ ότι η σημερινή φορολογική διοίκηση έχει περισσότερες δυνατότητες ψηφιακής εξυπηρέτησης και ενημέρωσης από εκείνη που γνώριζε η αγορά πριν από δεκαετίες. Αξίζει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτήν την εκπαιδευτική παρουσία. Ο επιχειρηματίας χρειάζεται να καταλαβαίνει τον σκοπό κάθε μέτρου, το κόστος εφαρμογής του και το όφελος για τον ίδιο και για την κοινωνία.

Η λογοδοσία πρέπει να συνεχίζεται και μετά τις ανακοινώσεις των ελέγχων. Στην υπόθεση ανακοινώθηκαν κατασχέσεις χρημάτων, πολυτελών ρολογιών και άλλων περιουσιακών στοιχείων. Η κατάσχεση, όμως, δεν ταυτίζεται με οριστική δήμευση ή με ήδη εισπραγμένο δημόσιο έσοδο. Υπάρχουν διαδικασίες και αποφάσεις που πρέπει να ακολουθήσουν.

Θα ήθελα να υπάρχει δημόσια ενημέρωση, στο μέτρο που επιτρέπεται, για το τι τελικά καταλογίστηκε, τι εισπράχθηκε και ποια περιουσιακά στοιχεία αξιοποιήθηκαν νόμιμα. Εφόσον προκύψουν στοιχεία για συνδρομή τρίτων, να διερευνηθούν πλήρως και οι αντίστοιχες ευθύνες.

Η προσωπική μου πρόταση είναι αυτή η ενημέρωση να συνδέεται και με έναν κατανοητό κοινωνικό απολογισμό. Πόροι που ανακτώνται μπορούν, μέσα από τις θεσμοθετημένες αποφάσεις, να στηρίζουν ανάγκες όπως η στέγαση ευάλωτων ανθρώπων, η απεξάρτηση και η προστασία νοικοκυριών που βρίσκονται σε αδιέξοδο. Δεν προεξοφλώ συγκεκριμένη διάθεση χρημάτων. Ζητώ να γίνεται ορατό το κοινωνικό αποτέλεσμα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.

Ο συνεπής επιχειρηματίας χρειάζεται να βλέπει ότι προστατεύεται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Ο πολίτης χρειάζεται να καταλαβαίνει γιατί η απόδειξη και η σωστή καταγραφή μιας συναλλαγής τον αφορούν. Και τα παιδιά μας χρειάζεται να μαθαίνουν ότι η φορολογική συνείδηση συνδέεται με τη δικαιοσύνη, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό στον κόπο του άλλου.

Έτσι μπορούμε να χτίσουμε ένα καλύτερο ψηφιακό αύριο: με εργαλεία που συνδέουν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα με τη φορολογική της εικόνα, υπηρεσίες που ελέγχουν και ενημερώνουν, και επιχειρήσεις που γνωρίζουν τις ευθύνες τους. Κάθε κεφάλι της Λερναίας Ύδρας που αποκαλύπτεται πρέπει να αφήνει πίσω του γνώση και ουσιαστικές βελτιώσεις.

Νίκος Σπυρόπουλος

Προγραμματιστής Αναλυτής, Γραμματέας Επιτροπής Πληροφορικής και Ν.Τ του Ε.Ε.Α, Σύμβουλος Ψηφιακών Συναλλαγών ΠΑ.Ε.Λ.Ο, Συγγραφέας και Αρθρογράφος.