ανάγνωση σε: 6 λεπτά
Του Δημήτριου Δημητρόπουλου
MSc, Λογιστής – Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης
Προϊστάμενος Λογιστηρίου – Βιορυθμός
Οι όροι Rebate και Clawback είναι ιδιαίτερα οικείοι στα στελέχη των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητα στον χώρο της υγείας, αλλά και στους λογιστές τους. Παρόλο που συχνά λογίζονται ως μία έννοια, είναι ουσιαστικά δύο διαφορετικοί μηχανισμοί που λειτουργούν ξεχωριστά και αυτόνομα, επηρεάζοντας την επιχείρηση τόσο λογιστικά και φορολογικά όσο και στη χρηματοοικονομική της καθημερινότητα.
Η έννοια του Rebate ορίζεται από τη Διεύθυνση Φαρμάκου του ΕΟΠΥΥ ως μια μορφή υποχρεωτικής έκπτωσης που εφαρμόζεται βάσει κλίμακας κατά τη μηνιαία υποβολή της δαπάνης του παρόχου ή, με απλά λόγια, κατά την υποβολή του εσόδου από την επιχείρηση. Αντίθετα, το Clawback είναι μια μορφή επιστροφής της υπερβάλλουσας δαπάνης του κράτους για κάθε κατηγορία δαπάνης υγείας. Η βασική του λογική είναι ότι για συγκεκριμένες κατηγορίες δαπανών υγείας τίθεται ένα ανώτατο επιτρεπόμενο όριο δαπάνης. Εφόσον η πραγματική δαπάνη υπερβεί το όριο, η υπέρβαση επιστρέφεται από τους υπόχρεους. Ο υπολογισμός γίνεται με βάση τη διαφορά μεταξύ του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου και της πραγματικής δαπάνης, μετά την αφαίρεση του rebate και των μη αποδεκτών δαπανών.
Σημαντικό είναι επίσης ότι οι μηχανισμοί δεν είναι απολύτως ίδιοι σε όλες τις κατηγορίες παρόχων ή προϊόντων. Επομένως, ο λογιστής δεν θα πρέπει να εφαρμόζει έναν ενιαίο «κανόνα rebate/clawback», χωρίς να εξετάζει πρώτα τη συγκεκριμένη νομοθετική βάση και την κατηγορία στην οποία ανήκει η επιχείρηση.
Η ουσιώδης διαφορά τους, για την ομαλή παρακολούθηση της χρηματοοικονομικής εικόνας της επιχείρησης, είναι ότι το Rebate βασίζεται σε συγκεκριμένους κανόνες και ποσοστά και μπορεί να υπολογίζεται μηνιαία, με την υποβολή και την εκκαθάριση του ΕΟΠΥΥ. Αντίθετα, το Clawback προσδιορίζεται απολογιστικά για κάθε περίοδο, ενώ εφαρμόζεται τόσο με τη μορφή της προείσπραξης του 70% κάθε μήνα όσο και με την οριστική εκκαθάριση στο τέλος κάθε έτους.
Από λογιστικής πλευράς, το ζήτημα της αναγνώρισής τους έχει διευκρινιστεί με την απόφαση του ΣΛΟΤ 328/2016. Τα ποσά εσόδων που δεν αποζημιώνονται λόγω rebate και clawback και αφορούν συγκεκριμένη χρήση, όταν είναι γνωστά μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων, πρέπει λογιστικά να μειώσουν τα έσοδα της συγκεκριμένης χρήσης.
Κοινή φιλοσοφία έχει και η Φορολογική Διοίκηση, η οποία, με την Ε.2198/2021, διευκρίνισε ότι τα ποσά rebate και clawback των σχετικών διατάξεων εκπίπτουν κατά τον χρόνο που αφορούν, εφόσον τα σχετικά δικαιολογητικά εκδίδονται ή λαμβάνονται μέχρι την προθεσμία που προβλέπεται για την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και αφορούν την κλειόμενη χρήση. Σε διαφορετική περίπτωση, εκπίπτουν στο έτος κατά το οποίο εκκαθαρίζονται και εκδίδονται τα σχετικά στοιχεία.
Για τον Φ.Π.Α., τα δεδομένα είναι αρκετά πιο απλά, καθώς αποδίδεται κατά τον χρόνο έκδοσης των σχετικών παραστατικών, χωρίς να εμπλέκονται οι λογαριασμοί προβλέψεων και η χρήση την οποία αφορούν.
Σκοπός του άρθρου δεν είναι να εξετάσουμε αυτές τις έννοιες ως φοροτεχνικοί, καθώς οι αποφάσεις και οι εγκύκλιοι έχουν ήδη καθορίσει τον χειρισμό τους, αλλά να τις δούμε μέσα από τα μάτια της επιχείρησης. Για μία επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον χώρο της υγείας, αποτελούν ουσιαστικό παράγοντα προσδιορισμού του πραγματικού εσόδου και της πραγματικής κερδοφορίας.
Για την ορθή ενημέρωση της διοίκησης, το rebate και το clawback δεν αποτελούν απλώς δύο ακόμη οικονομικές επιβαρύνσεις που εμφανίζονται φορολογικά στο τέλος μιας χρήσης, αλλά επηρεάζουν τα πραγματικά αποτελέσματά της, τις πωλήσεις και τις ταμειακές της ροές.
Το πραγματικό έσοδο της επιχείρησης είναι αυτό που ορίζεται στην εκκαθάριση του ΕΟΠΥΥ, προ Rebate και Clawback, και διαφέρει κατά πολύ τόσο από το έσοδο που θα τιμολογηθεί όσο και από την είσπραξη αυτής της τιμολόγησης.
Για να μπορεί μια διοίκηση να πορευτεί και να λάβει αποφάσεις, χρειάζεται να γνωρίζει τα πραγματικά της δεδομένα και να μη βασίζεται μόνο στον τρόπο με τον οποίο αυτά απεικονίζονται στα τιμολόγια, στις εισπράξεις και στα βιβλία και στοιχεία. Είναι πολύ σημαντικό οι σύμβουλοι επιχειρήσεων υγείας να γνωρίζουν διακριτά τις έννοιες αυτές, να μην τις συγχέουν και, κυρίως, να μην ενημερώνουν τη διοίκηση μόνο για το ποσό του τζίρου, αλλά και για το τι πραγματικά αντιπροσωπεύει.